Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Σύνταγμα της Ελλάδος, Οικουμενικόν Πατριαρχείον και Άγιον Όρος

πηγή: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Ο Αρεοπαγίτης κ. Χριστόφορος Κοσμίδης μιλάει στην επιστημονική Ημερίδα με τίτλο «Εκκλησία και Σύνταγμα: Το ζήτημα της αναθεώρησης», που συνδιοργάνωσαν την Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017, η Ιερά Πατριαρχική Μονή Βλαττάδων, το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και οι Κοσμητείες της Θεολογικής και της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Θέμα της εισηγήσεως του είναι: «Σύνταγμα της Ελλάδος, Οικουμενικόν Πατριαρχείον και Άγιον Όρος».


Ευάγγελος Βενιζέλος, Δευτερολογία στην Ημερίδα: «Εκκλησία και Σύνταγμα: Το ζήτημα της αναθεώρησης»

πηγή: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και Πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών, Ευάγγελος Βενιζέλος απαντάει σε ερωτήσεις στην επιστημονική Ημερίδα με τίτλο «Εκκλησία και Σύνταγμα: Το ζήτημα της αναθεώρησης», που συνδιοργάνωσαν την Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017, η Ιερά Πατριαρχική Μονή Βλαττάδων, το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και οι Κοσμητείες της Θεολογικής και της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Θέμα της εισηγήσεως του είναι: «Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες-Η συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου».




Μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής π. Νικόλαος: "Στο νομοσχέδιο για την αλλαγή φύλου υπάρχει σκοπιμότητα και όχι αντικειμενικότητα"(ΣΚΑΪ, 10/10/2017)



φωτογραφήματα 195

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

4ο Διεθνές Συνέδριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν Ποιμαντική Διακονία στόν Χῶρο τῆς Ὑγείας





4ο Διεθνές Συνέδριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν Ποιμαντική Διακονία στόν Χῶρο τῆς Ὑγείας. Με τήν εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.

11-15 Ὀκτωβρίου 2017
Ῥόδος

«Ἀναθερμαίνοντας τήν Ἐλπίδα: Ἀνακαλύπτοντας τήν ἐλπίδα στίς δυσχέρειες τῆς ζωῆς».

Ο σημερινός ἄνθρωπος, περισσότερο ἀπό ποτέ στή σύγχρονη ἱστορία, βρίσκεται σέ βαθειά ἀπόγνωση καί πάσχει ἀπό ἔλλειψη νοήματος. Γιά τόν λόγο αὐτό, δέν βρίσκει τίς δυνάμεις νά ἀντιμετωπίσει ‒καί νά ἀνακάμψει ἀπό‒ τίς διάφορες δυσκολίες πού παρουσιάζονται στή ζωή του. Συνάμα, ἡ ἀντιμετώπιση αὐτῶν τῶν δυσκολιῶν περιπλέκεται, καθώς ὑπάρχει μέν μεγάλη συστοίχηση πρός τήν ἔννοια τῆς ἐλπίδας, σέ ἀντίθεση ὅμως πρός τόν τρόπο πού αὐτή κατανοεῖται στήν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καί ἐκφράζεται στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Προσκεκλημένοι στό Συνέδριο εἶναι ἐκπρόσωποι τῶν Μητροπόλεων πού ἀνήκουν πνευματικά καί διοικητικά στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἁπανταχοῦ της Γῆς, τῶν ἄλλων Πατριαρχείων, τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τῶν Ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν καί Ἐκκλησιαστικῶν Ἀκαδημιῶν τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, καί διεθνεῖς ὀργανώσεις, ἰατροί, νοσηλευτές, καθώς καί ἄλλοι σχετιζόμενοι μέ τή διακονία καί τή φροντίδα τοῦ ἀσθενοῦς στόν εὐαίσθητο τομέα τῆς Ὑγείας.

Tό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διεξάγει ἕνα Συνέδριο κάθε τρία χρόνια (2008, 2011, 2014), πού διοργανώνεται ἀπό τό Πατριαρχικό Δίκτυο γιά τήν Ποιμαντική Διακονία στόν Χῶρο τῆς Ὑγείας. Τά Συνέδρια αὐτά δίνουν τήν κατάλληλη εὐκαιρία στίς τοπικές Ἐκκλησίες καί τούς ἐπιστήμονες καί ἐπαγγελματίες διεθνῶς πού διακονοῦν τόν ἄρρωστο, νά ἀνταλλάσσουν τίς ἐμπειρίες τους καί νά συζητοῦν τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζουν. Ἐπιπλέον, τά Συνέδρια αὐτά ἀποτελοῦν τό ἔρεισμα καί τό ἐφαλτήριο ἀπό τό ὁποῖο οἱ Ἱ. Μητροπόλεις καί οἱ ἐπιστήμονες καί ἐπαγγελματίες τῆς Ὑγείας μποροῦν νά ὀργανώνουν παρόμοιες ἐπιμορφωτικές ἐκδηλώσεις καί προγράμματα.




φωτογραφήματα 194

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

ΑΘ.Ι.ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ, ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

πηγή:NULA DIES SINE LINEA

ΑΘ. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ, ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Παρθεναγωγείο Μυτιλήνης (φωτογραφία: Υπουργείο Πολιτισμού)

[Ομιλία που έγινε στον Ιερό Ναό Αγίου Θεράποντα Μυτιλήνης την Ημέρα Μνήμης Εθνικών Ευεργετών (30 Σεπτεμβρίου 2017)].

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, εκλεκτή ομήγυρη, 

Σήμερα που για άλλη μια χρονιά γιορτάζουμε την ημέρα των εθνικών ευεργετών και αναρωτιόμαστε για τη σημασία της, αντί για τον υψηλό τόνο πανηγυρικών λόγων, επέλεξα να σας ομιλήσω σε διαφορετικό τόνο, απ’ εκείνο που πριν δύο χρόνια, απ’ αυτή εδώ τη θέση ξανά με είχατε ακούσει. Αν και ο κλήρος για εφέτος έπεσε ξανά σε μένα – γι’ αυτό κι ευχαριστώ τους υπευθύνους οργάνωσης της σημερινής ημέρας – θα προσπαθήσω στα επόμενα επτά με οκτώ λεπτά να σας ξεδιπλώσω τη σκέψη γύρω από τη σχέση του ευεργετισμού με την εκπαίδευση. Κι αυτό διότι στην πόλη μας τα δύο παλαιότερα σχολικά κτήρια που βρίσκονται στο κέντρο της, το Παρθεναγωγείο και το πάλαι ποτέ Γυμνάσιο Μυτιλήνης, οφείλουν την ύπαρξή τους σε ευεργέτες. Υπ’ αυτήν την έννοια η ομιλία μου, πέραν του ότι θα έχει τοπικό χαρακτήρα, θα εξακτινωθεί και σε ζητήματα ολίγων άγνωστα σε πολλούς, όπως η αμεσότατη σχέση του ευεργετισμού με την εκπαίδευση, και πως αυτή η σχέση στο σημερινό εκπαιδευτικό μας σύστημα λείπει παντελώς. Και γι’ αυτό, προκαταβολικά σας πληροφορώ, κατά κύριο λόγο ευθύνεται η ίδια η σημερινή εκπαίδευση και οι δομές πάνω στις οποίες είναι στηριγμένη. Παρακάτω θα σας εκθέσω τους λόγους αυτής της ευθύνης, και πως ζητούμενο πια σήμερα είναι η επανασύνδεση αυτών των δύο μεγεθών. Άλλωστε, τα περί ευεργετισμού λίγο πολύ σε αρκετούς είναι γνωστά και, βέβαια, κάθε χρόνο ακούγονται σε πανηγυρικούς λόγους.

Ωστόσο, επιτρέψτε μου εν τάχει να αναφερθώ στο φαινόμενο του ευεργετισμού, το οποίο στα αυστηρά πλαίσια διερεύνησής του από την ιστορική επιστήμη είναι γνωστό από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και κυρίως από την περίοδο της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα. Είναι η περίοδος όπου η συντονισμένη, ατομική ή συλλογική προσπάθεια ανθρώπων που αγαπούσαν τα γράμματα και την εκπαίδευση, πέραν από εθνικό συνιστούσε κοινωνικό και θρησκευτικό χρέος, απέναντι σ’ ένα λαό που έβγαινε βαθιά λαβωμένος από την μακρόχρονη Τουρκοκρατία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε απολέσει την εθνική του ταυτότητα. Γνωστή, άλλωστε, και στην Ευρώπη αυτή η προσπάθεια πρόνοιας και αγάπης προς τα γράμματα, εντασσόμενη βέβαια, στην όλο και περισσότερο αυξανόμενη τάση συγκρότησης εθνικών κρατών, καλλιεργήθηκε και από τους Έλληνες, ιδιαίτερα της Διασποράς, με στόχο να αναπληρώσει κενά, όταν η εκάστοτε κρατική εξουσία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε ανάγκες συλλογικές, όπως επί παραδείγματι η ίδρυση σχολείων, βασικών δηλαδή πόλων και θεσμών συντήρησης και διάσωσης της ελληνορθόδοξης κληρονομιάς μας.

«Το ερμάρι της ιστορίας ποτέ δεν άνοιξε με τη χρήση ενός και μόνου κλειδιού», είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή του ο κορυφαίος των νεοελληνικών μας γραμμάτων αείμνηστος Κ. Θ. Δημαράς. Τι, λοιπόν, είναι ο ευεργετισμός και πως μέσα σ’ ένα από τα ερμάρια της Ιστορίας μπορεί κανείς να τον μελετήσει, συνδέοντάς τον με την εκπαίδευση; Μήπως και εμείς σήμερα, όσοι αγαπάμε τα γράμματα και την εκπαίδευση, ταυτίζουμε τους εαυτούς μας με τις προσδοκίες και τα οράματα μεγάλων ευεργετών, όπως λόγου χάριν όλοι εκείνοι που τα ονόματά τους είναι χαραγμένα σε μαρμάρινες πλάκες στην Αίθουσα Τελετών του ιστορικού Γυμνασίου Μυτιλήνης; Όσοι από εσάς έχετε βρεθεί σε κάποια εκδήλωση σ’ αυτήν την αίθουσα κόσμημα θα τα έχετε προσέξει. Το λέγω αυτό διότι δεν είναι καθόλου παράξενο σ’ αυτούς τους ευεργέτες να ανιχνεύσουμε απόηχους της δικής μας πνευματικής κατάστασης, αφού μέσα από την αγάπη μας για τα γράμματα και τη διδασκαλία, ως δάσκαλοι σήμερα, σε ιστορικά εκπαιδευτήρια, καθημερινά τους νιώθουμε να κινούνται ανάμεσά μας. Άλλωστε, εμείς οι νεότεροι τους οφείλουμε χρέος μεγάλο γιατί κληθήκαμε να διδάσκουμε σε εκπαιδευτήρια που με δική τους πρωτοβουλία, οικονομική κυρίως, κτίστηκαν. Σ’ όλους μας είναι γνωστά τα ονόματα και η δράση τους: καπού – Κεχαγιάς άρχοντας Σταυράκης, Σοφοκλής Βουρνάζος, Μητροπολίτες Μυτιλήνης Καλλίνικος Β΄ και Μελέτιος Φωτίου, για να αναφέρω αυτούς που άμεσα συνδέθηκαν με την εκπαίδευση και τα δύο προαναφερόμενα εκπαιδευτήρια της πόλης μας.

Ο ευεργετισμός, λοιπόν, και η άμεση σύνδεσή του με την εκπαίδευση συνέκλινε πάνω σ’ ένα βασικό σκοπό, στην παραχώρηση του προσωπικού πλούτου για σκοπούς που είχαν σχέση με την παιδεία των ελληνοπαίδων. Πρόκειται για εκείνο το φαινόμενο των «χρηματοφόρων υποκειμένων», όπως πολύ σωστά από ειδικούς έχει χαρακτηριστεί, το οποίο υπό συνθήκες, μεταβίβαζε στην πολιτεία ή σε συλλογικότητες, κυρίως θρησκευτικές, μιας και η Εκκλησία τότε διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα εκπαιδευτικά πράγματα, τον πλούτο τους για να τον διαχειριστούν με συγκεκριμένο σκοπό, όχι μόνο με την ανέγερση σχολείων αλλά και με την λειτουργία τους. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι αρκετό για να κατανοήσουμε την αγάπη αυτών των ανθρώπων για την εκπαίδευση. Ο άρχοντας Σταυράκης, που στα 1742 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στη Μυτιλήνη, το ονομαστό Ελληνομουσείον και μετέπειτα Παρθεναγωγείο, το προίκιζε κάθε χρόνο με 100 γρόσια για να πληρώνονται οι δάσκαλοι που δίδασκαν σ’ αυτό. Από την νοοτροπία των εθνικών ευεργετών δεν έλειπε, βέβαια, η τάση τους να εμπεδώσουν την ηγεμονία τους όχι μόνο στην αστική τάξη, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και ερμηνεύεται ο ρόλος τους στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ότι δηλαδή, με καθοριστικό τρόπο συνέβαλαν στη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους.

Σ’ αυτή τη συγκρότηση βασικό ρόλο έπαιζε η εκπαίδευση και τα ιδρυόμενα σχολεία. Είναι αναγκαίο, εδώ, σήμερα ημέρα εθνικών ευεργετών, να υπογραμμίσουμε και κάτι που ίσως μας διαφεύγει γι’ αυτήν τη σχέση ευεργέτη και δασκάλου. Και μας διαφεύγει γιατί σήμερα το σχολείο είναι κλειστό στη ζωή, ενώ πριν δύο σχεδόν αιώνες ήταν ανοικτό στη ζωή, συμπύκνωνε ισχυρότατους κοινούς τόπους περί εκπαιδεύσεως, ήταν ο κατεξοχήν τόπος, θα έλεγα, αυτός που συναιρούσε μέσα του όλους τους άλλους, θρησκευτικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς. Γι’ αυτό οι ευεργέτες αγαπούσαν την εκπαίδευση. Γι’ αυτό ίδρυαν σχολεία, γιατί τα σχολεία γι’ αυτούς ήταν θεσμοί συντήρησης και μετάδοσης γνώσης, κι όχι όπως σήμερα τα έχουμε καταστήσει, θεσμούς επικοινωνίας και καινοτομίας, όπου καινοτομία εννοήστε καθετί που μόνον παιδεία δεν είναι, παρά πρακτική που μετατρέπει τον μαθητή σε έναν ειδικευμένο σε κάτι μετέπειτα πολίτη. Οι ευεργέτες έβλεπαν το σχολείο ως θεσμό μετάδοσης της γνώσης που προϋπέθετε την παρουσία μέσα στη σχολική αίθουσα ενός δασκάλου, που βαθιά πίστευε στην παιδευτική αξία του μαθήματός του, το περιεχόμενο του οποίου ήθελε να μεταδώσει στους μαθητές του, μαζί με την αγάπη του γι’ αυτό, ενός δασκάλου που θεωρούσε αδιανόητο έναν κόσμο από τον οποίο θα απουσίαζε ότι εκείνος γνώριζε και δίδασκε. Και να σκεφτούμε ότι στα δύο ιστορικά σχολεία της πόλης μας, το Παρθεναγωγείο και το Γυμνάσιο, επί μακρόν εφαρμόζονταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, η οποία παρότι είχε κάποια προβλήματα στην εφαρμογή της, μόρφωσε δασκάλους και μαθητές που επέδρασαν σημαντικά στη «διαμόρφωση συλλογικών συμπεριφορών και νοοτροπιών».

Μια ακόμη βασική συνιστώσα της σχέσης του ευεργετισμού με την εκπαίδευση ήταν ότι και οι δύο αυτοί θεσμοί διακρίνονταν για την αυθεντία τους. Ευεργέτης και δάσκαλος, αν και σήμερα αυτή η σχέση καθώς φαίνεται έχει κλείσει τον κύκλο της, υπηρετούσαν πιστά κοινούς οραματισμούς του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Παραθέτω ένα παράδειγμα για να γίνω πιο κατανοητός. Γνωστή είναι στις μέρες μας η τεραστία κρίση που περνούν οι κλασικές σπουδές. Το φαινόμενο τη καθίζησης της γλωσσικής αρχαιομάθειας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα λυπηρό. Και οι επιπτώσεις, βέβαια, τραγικές: πολλοί σημερινοί μαθητές χωρίς τη διδασκαλία των αρχαίων συγγραφέων, αποκόπτονται όχι μόνο από το Όμηρο, ή των Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη, αλλά κι από τον Παπαρρηγόπουλο, τον Παπαδιαμάντη και τον Ελύτη. Στα χρόνια, όμως, ίδρυσης, λειτουργίας και ακμής του Γυμνασίου Μυτιλήνης, ήταν αδιανόητο ένα μαθητής να μην γνωρίζει αρχαία ελληνική γλώσσα. Εδώ, η γενναιόδωρη χρηματική δωρεά του Ασημάκη Μουζάλα, στα 1890, έγινε αφορμή να αγοραστούν σειρές κλασικών συγγραφέων, οι γνωστές στερεότυπες εκδόσεις Λειψίας για να διδάσκονται οι μαθητές του Γυμνασίου αρχαίους συγγραφείς. Όπως καταλαβαίνετε, εδώ, σαφέστατα πρόκειται για ευεργέτη που στη μικρή κοινωνία της Μυτιλήνης λειτουργούσε ως αυθεντία, επαληθεύοντας με το καλύτερο δυνατό τρόπο της σχέση του ευεργετισμού με την εκπαίδευση, σχέση που προϋποθέτει την αυθεντία.


Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, εκλεκτή ομήγυρη,

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν τον τεράστιο ρόλο που διαδραμάτισαν οι ευεργέτες στην πόλη μας. Άριστα κάμουμε σήμερα και τους μνημονεύομε. Αξίζει, όμως, να λάβουμε υπόψιν ότι η ευεργεσία δεν ήταν υποχρέωση. Ήταν πράξη προσωπικής πραγμάτωσης, «ιστορικής συνειδητότητας και κοινωνικής επίγνωσης». Ήταν, δηλαδή, «υποκειμενική χειρονομία» που λάμβανε υπόψη τις ιστορικές συνθήκες και τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα στην πόλη μας.



Νάσος Βαγενάς, Αποκύημα θεωριακής αφέλειας

φωτό από εδώ.
Νάσος Βαγενάς, Αποκύημα θεωριακής αφέλειας

Έλεγα στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου («Το έμαθαν από τους ξένους», 20.8.2017) ότι η βεβαιότητα των περισσότερων σήμερα ιστορικών μας η απορρέουσα από τη μεταμοντέρνα (ως επί το πλείστον) θεωρία ότι οι Έλληνες πριν από τον 19ο αιώνα δεν είχαν εθνική συνείδηση παρά μόνο πολιτισμική είναι μύθος· όπως μύθος είναι και το ότι έλαβαν το όνομά τους και την εθνική τους ταυτότητα από τους Ευρωπαίους του Διαφωτισμού και του περιηγητισμού, μέσω μιας ελληνόφωνης ελίτ που, έχοντας ταξιδέψει ή/και σπουδάσει στην Ευρώπη, «απέκτησε πρόσβαση στο αρχαιοελληνικό "παρελθόν"», το οποίο τους ήταν άγνωστο προηγουμένως.

Οι θιασώτες αυτής της βεβαιότητας δεν τεκμηριώνουν τις διαπιστώσεις τους ή, όταν αισθάνονται την ανάγκη να προσκομίσουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αυτό είναι ασήμαντο ή ιδεοληπτικό. Επαναπαυόμενοι στην αυθεντία της προκρούστειας κατασκευής τους κοιτάζουν αφ' υψηλού όσους την αμφισβητούν χαρακτηρίζοντάς τους συλλήβδην «θετικιστές παρωπιδοφόρους της κοινής λογικής».

Αλλά ας δούμε τι λέει η καταφρονούμενη σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο (και όχι μόνο σε αυτό) κοινή λογική. Οι μορφωμένοι ελληνόφωνοι, λέει, δεν χρειάζονταν τους ξένους για να μάθουν ότι είναι Έλληνες, γιατί ήξεραν αρχαία ελληνικά και είχαν άμεση πρόσβαση στο αρχαιοελληνικό παρελθόν, ενώ είναι απίθανο οι ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα, που δεν γνώριζαν τη νέα ελληνική, να γνωστοποιούσαν στον αγράμματο λαό την ταυτότητά του. Είναι λογικότερο οι αγράμματοι να το μάθαιναν αυτό από τους μορφωμένους Έλληνες. Για να το πούμε ιστοριογραφικότερα: 

Αν λάβουμε υπόψη ότι «η αντίθεση ανάμεσα σε κάποια λόγια, επίσημη παράδοση, και σε κάποια λαϊκή παράδοση, με ενιαία και ακίνητα στοιχεία, είναι ιστορικά ανυπόστατη, γιατί η ώσμωση και η αλληλοδιείσδυση ανάμεσα στον λαϊκό και τον λόγιο πολιτισμό επιτελείται πάντα» (Σβορώνος)· ότι «η κυρίαρχη εντύπωση ότι η εγγραμματοσύνη στην ελληνική κοινωνία των αιώνων της Οθωμανικής και της Βενετικής κυριαρχίας ήταν περιορισμένη είναι ψευδής» (Ασδραχάς)· και ότι ο νέος ελληνισμός είχε πριν από τον 19ο αιώνα περισσότερα από τριακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης, τότε αντιλαμβανόμαστε την ερευνητική ολιγωρία των εν λόγω ιστορικών μας. «Δεν υπάρχει Ελληνας», έγραφε στις αρχές του 18ου αιώνα ο περιηγητής De Saint Maure, «που να μην ισχυρίζεται ότι η καταγωγή του κρατάει από τον Πρίαμο, τον Θησέα ή κάποιον άλλον ήρωα».

Η κοινή λογική λέει, επίσης, ότι είναι πιθανότερο να είναι οι 'Ελληνες εκείνοι που πληροφόρησαν τους ξένους για την ταυτότητά τους. Πρώτον γιατί η συνείδηση ότι συνδέονται με σχέση συγγένειας με τους αρχαίους Έλληνες, που είχε εμφανιστεί με τη μορφωμένη ελίτ ήδη από τον 12ο αιώνα, είχε απλωθεί σε έκταση εθνικής κοινότητας ήδη από τον 16ο αιώνα· και δεύτερον γιατί ο φωτισμός των Ευρωπαίων σε ό,τι αφορά την ελληνική αρχαιότητα από τους ελληνομαθέστερους από αυτούς έλληνες λογίους που κατέφυγαν στη Δύση μετά την Άλωση δεν πρέπει να υποτιμάται. Η πιθανότητα γίνεται βεβαιότητα αν διαβάσει κανείς με - έστω στοιχειώδη - προσοχή τις γραπτές μαρτυρίες. Αφήνοντας κατά μέρος τις εκκλήσεις όχι λίγων μεταβυζαντινών προς ξένους ηγεμόνες να απαλλάξουν τους Έλληνες από τον οθωμανικό ζυγό, οι οποίες συνοδεύονταν συχνά από υπομνήματα για την κατάσταση των Ελλήνων, διαφωτιστική είναι η μελέτη της αλληλογραφίας πολλών ελλήνων λογίων (16ος-18ος αι.) με ξένους ομολόγους τους που τους ζητούν πληροφορίες για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Οι Μ. Μουσούρος, Αρ. Αποστόλης, Φρ. Πόρτος, Αντ. Επαρχος, Ι. Διασωρηνός, Π. Ρουσσάνος, Θ. Ζυγομαλάς, Γ. Σεβήρος, Μ. Πηγάς, Ι. Καστρίτσιος, Κ. Λούκαρης, Μ. Κριτόπουλος, Φρ. Σκούφος, Αλ. Μαυροκορδάτος και άλλοι γίνονται για τους ξένους πηγές νεοελληνογνωσίας. Ένα εύγλωττο παράδειγμα: η δίψα του Μαρτίνου Κρούσιου (1526-1607), που ζητούσε από τους Ελληνες που έφταναν στην Τιβίκη να του στείλουν περιγραφές της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής.

Συστηματικότερη πληροφόρηση των Ευρωπαίων για την ελληνική πραγματικότητα παρέχουν βιβλία που εκδίδονται σε ευρωπαϊκές χώρες από Έλληνες, με τίτλους χαρακτηριστικούς. Το 1619 ο Χριστόφορος Άγγελος τυπώνει στο Κέιμπριτζ το Εγχειρίδιον περί της καταστάσεως των σήμερον ευρισκομένων Ελλήνων, το οποίο, μεταφρασμένo, εκδίδεται στα λατινικά (1619), στα αγγλικά (1625), σε δίγλωσση έκδοση ελληνική και λατινική (1655· ανατυπώθηκε τέσσερις φορές: 1668, 1676, 1678, 1720) και στα γερμανικά (1659· ανατυπώθηκε το 1664). Το 1678 ο Ιωσήφ Γεωργιρήνης δημοσιεύει στο Λονδίνο το A Description of the Present State of Samos, Nicaria, Patmos and Mount Athos, επειδή «ουκ ολίγοι των Βρετανών φιλομαθών εξελιπάρησαν περιγράψαι ον τρόπον τον βίον πολιτεύεται το νυν έχον γένος των Ελλήνων υπό των ασεβών και βαρβάρων Αγαρηνών». Περί το 1710 ο Αναστάσιος Μιχαήλ τυπώνει στο Άμστερνταμ τον Λόγον περί ελληνισμού αντικρούοντας την άποψη διαφόρων ευρωπαίων ελληνιστών ότι οι Έλληνες είχαν πλέον πάψει να υπάρχουν. Το 1714 ο Αλέξανδρος Ελλάδιος δημοσιεύει στη Γερμανία το Status praesens Ecclesiae graecae, που παρέχει και πληροφορίες για το μορφωτικό επίπεδο των Νεοελλήνων και για τη λογοτεχνική τους ιστορία. Το 1793 ο Ι. Δονάς Πασχάλης δημοσιεύει τη Lettera in apologia (ελλην. μτφρ. Επιστολή απολογητική, 1802), που υπερασπίζεται την υπεροχή των Ελλήνων (αρχαίων και νέων) έναντι των Εβραίων και συστήνει στους Ευρωπαίους τα έργα της νεοελληνικής γραμματείας.

Όλα αυτά, και πολλά άλλα, δείχνουν το μέγεθος της θεωριακής αφέλειας των πρωτοπορούντων σήμερα ιστορικών μας.

*Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



Νάσος Βαγενάς, «Το έμαθαν από τους ξένους»

φωτό από εδώ
Νάσος Βαγενάς, «Το έμαθαν από τους ξένους»

Συνεχίζω τις επετειακές αναφορές μου (Το Βήμα, 22-1 και 23-4-2017) για τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από την «Υπόθεση Σόκαλ» (από τη δημοσίευση του κειμένου με το οποίο ο Αμερικανός φυσικός Αλαν Σόκαλ σατίριζε, μιμούμενος το ύφος της, τη βεβαιότητα της μεταμοντέρνας θεωρίας περί του παντός ως προϊόντος κοινωνικής κατασκευής) με μιαν επιφυλλίδα αναφερόμενη στην εφαρμογή αυτής της θεωρίας στο πεδίο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Πρόκειται για την κυρίαρχη πλέον ιδέα, όχι μόνο στον ιστοριογραφικό χώρο, ότι αυτοί που σήμερα ονομάζονται Ελληνες έμαθαν ότι πρέπει να αυτοαποκαλούνται έτσι κυρίως από τους ξένους. Η ιδέα, που απορρέει από τη μεταμοντέρνα (ως επί το πλείστον) πεποίθηση ότι το έθνος είναι κατασκευή του κράτους (και όχι το αντίστροφο), θεωρεί βέβαιο ότι οι κοινότητες - στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας - που ως τώρα θεωρούσαμε εθνικές ήταν μόνο πολιτισμικές, και ότι το εθνικό αίσθημα, με την εξαίρεση ορισμένων μελών της ελίτ, ήταν ανύπαρκτο στον λαό της κοινότητας. Ως εκ τούτου - καταλήγει η θεωρία - στα μέλη της πολιτισμικής κοινότητας, που ως τo 1800 αποκαλούνταν Χριστιανοί ή Ρωμαίοι και από τα οποία συγκροτήθηκε το κράτος που ονομάστηκε Ελλάς, άρχισε να αποδίδεται αναδρομικά η (νεο)ελληνική συνείδηση και το όνομα Ελληνες.

Η πολιτισμική συνείδηση της πριν από τον 19ο αιώνα ελληνόφωνης κοινότητας - εξηγεί η θεωρία - άρχισε να μετατρέπεται σε εθνική κυρίως επειδή οι Ευρωπαίοι της εποχής του Διαφωτισμού πληροφορούσαν τα αδαή μέλη της (τόσο τα φιλομαθή της ελίτ όσο και τα αμαθή του λαού) ότι έχουν δεσμούς συγγένειας με τους αρχαίους Ελληνες. Υπαγορευόμενη από το θέσφατο της θεωρίας η βεβαιότητα αυτή επαναλαμβάνεται, όχι μόνο από ιστορικούς αλλά και από φιλολόγους, κοινωνιολόγους, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, πολιτειολόγους, αρχαιολόγους και εν γένει δημοσιογραφούντες μεταδιδόμενη υπό μορφήν επιδημίας. Παραθέτω χαρακτηριστικά δείγματά της:

1) «Οι Ελληνες, διαφορετικά από ό,τι άλλα έθνη, έλαβαν την εθνική τους ταυτότητα από τη Δυτική Ευρώπη ως ένα ετοιμοπαράδοτο πακέτο» (2007). Ο φορέας αυτής της διαπίστωσης, καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας κορυφαίου βρετανικού Πανεπιστημίου, παραπέμπει προς τεκμηρίωσή της σε κείμενο προϊστορικής αρχαιολόγου (2003), η οποία είχε απλώς αναμασήσει την επί του θέματος βεβαιότητα από κείμενα θεωριακών ιστορικών.

2) «Οι ξένοι κυρίως φιλέλληνες μάς ενέσπειραν την ιδέα της καταγωγής μας από τους αρχαίους προγόνους μας» (2014). Ο συγγραφέας, κορυφαίος γενετιστής, παραπέμπει σε χωρίο δικής του μελέτης (2013), το οποίο δεν παραπέμπει πουθενά.

3) «Η πρώιμη ελληνόφωνη μπουρζουαζία στα τέλη του 18ου αιώνα», γράφει ανέμελα επιφανής κοινωνιολόγος (2013), «ερχόμενη σε επαφή με την ευρωπαϊκή "ελληνολατρία", πείστηκε αμέσως για τη δική της συλλογική κλίση».

Οσο για τους θεωριακούς ιστορικούς μας, αυτούς τους καλύπτει η διαπίστωση του εφευρέτη της θεωρίας των «φαντασιακών κοινοτήτων» Μπένεντικτ Αντερσον, σύμφωνα με την οποία (1983) «το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα ένας μικρός αριθμός ελληνόφωνων χριστιανών, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν σπουδάσει ή ταξιδέψει έξω από τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέκτησε πρόσβαση στο αρχαιοελληνικό "παρελθόν"».

Οι καταβολές αυτών των απόψεων βρίσκονται, βέβαια, σε ανάλογες πεποιθήσεις δύο παλαιότερων βυζαντινολόγων, των Ρ. Τζένκινς και Σ. Μάνγκο. Το γεγονός ότι αποδείχτηκαν ασύστατες από το έργο όχι μόνο Ελλήνων (Σβορώνος, Βακαλόπουλος, Βρυώνης κ.ά.) αλλά και επιφανών ξένων ιστορικών (λ.χ. Χούνγκερ, Λεμέρλ, Ράνσιμαν) δεν εμπόδισε τις πεποιθήσεις αυτές να επανέλθουν δριμύτερες αναβαπτιζόμενες στα γάργαρα νάματα των νέων θεωριών περί εθνικής κατασκευής. Κι αυτό παρότι οι κύριοι εισηγητές αυτών των θεωριών, Μπ. Αντερσον και Ε. Γκέλνερ, έχουν δηλώσει γραπτώς, ο πρώτος ότι «οι γνώσεις του για τη Νεοελληνική Ιστορία είναι ελάχιστες» (1983) και ο δεύτερος ότι η νεοελληνική περίπτωση «φαίνεται να αποτελεί μείζον πρόβλημα για τη θεωρία» του (1997).

Τι είναι εκείνο που κάνει πολλούς ιστορικούς μας, αλλά και θεράποντες άλλων γνωστικών αντικειμένων, να αισθάνονται την ανάγκη να συνταχθούν με κάτι που η ενδελεχής μελέτη της διαμόρφωσης του νέου ελληνισμού αποδεικνύει λανθασμένο; Ακριβέστερα: τι είναι εκείνο που απωθεί αυτούς τους ιστορικούς (οι άλλοι απλώς αναπαράγουν) από τη σοβαρή μελέτη των ιστορικών πηγών των σχετικών με αυτή τη διαμόρφωση; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να αναζητήσει κανείς στην παθογένεια του ελληνικού πανεπιστημιακού επαρχιωτισμού. Που δεν είναι η συνήθης παθογένεια του επαρχιωτισμού, την οποία - στα εθνικά θέματα - εκδηλώνει ο ουσιοκρατικός εθνοκεντρισμός, αλλά ο φόβος του επαρχιωτισμού: το αίσθημα μιας μειονεξίας που κάνει τους εν λόγω ιστορικούς μας να ασπάζονται άκριτα τους διανοητικούς τρόπους της πρωτεύουσας - στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρίες της εθνικής διαμόρφωσης κατασκευασμένες από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν επαρκώς την ιστορία της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης.

Έτσι, αντί να ελέγξουν αυτές τις θεωρίες, οι ιστορικοί μας, στην επιθυμία τους να αποδομήσουν τα ιδεολογήματα του φονταμενταλιστικού ελληνοκεντρισμού, εμφανίζονται βασιλικότεροι του βασιλέως. Η εύλογη αποστροφή τους για τους εθνικούς μας μύθους τούς έχει οδηγήσει στο άλλο άκρο: στη δημιουργία θεωριακών μύθων, αντιστρόφως ανάλογων με εκείνους των αντιπάλων τους.

Ότι οι (νεο)Ελληνες κατασκεύασαν τον εαυτό τους κυρίως με τα όσα έμαθαν γι' αυτόν από τους ξένους είναι ένας από αυτούς τους μύθους.

Αλλά για το ποιος έμαθε σε ποιον θα μιλήσουμε στην επόμενη επιφυλλίδα μας.


*Ο κ.  Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



φωτογραφήματα 192

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ


Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Παρουσίαση του βιβλίου "Τόπος Χρονοποιός" του Π. Θωμά στις 14/10/2017 στη Θεσσαλονίκη




Ο βυζαντινός ναός της Αγίας Κυριακής στην Απείρανθο

Απόσπασμα από σχετικό άρθρο της Κ. Χουζούρη (ολόκληρο εδώ):

Ο Ναός της Αγίας Κυριακής, που βρίσκεται στην ορεινή ενδοχώρα της Νάξου, στην περιοχή της Απειράνθου, αποτελεί μία σπάνια περίπτωση βυζαντινού ναού, με διατηρούμενο ανεικονικό διάκοσμο. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ο Ναός κτίστηκε κατά την περίοδο της Εικονομαχίας. Ο διάκοσμος περιλαμβάνει σταυρούς, γεωμετρικά και φυτικά θέματα, καθώς και μοναδικές παραστάσεις πτηνών. Με βάση τα εικονογραφικά κριτήρια, χρονολογείται μάλλον στην εποχή του Αυτοκράτορα Θεοφίλου (829-842), όταν με διαταγή του, «εντεύθεν ουν καθηρούντο μεν κατά πάσαν εκκλησίαν αι θείαι μορφαί, θηρία δε και όρνιθες αντί τούτων ανεστηλούντο και ενεγράφοντο» (Συνεχιστής Θεοφάνη Χρονικόν ΙΙΙ, 10). Διασώζεται, επίσης, μία μεταγενέστερη εικονιστική φάση τοιχογραφιών του 13ου αι., όπως η παράσταση της Δεήσεως στο παρεκκλήσιο.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ.


φωτογραφήματα 191

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

"Ένας Θεός που έπαιζε κρυφτό": Το νέο βιβλίο του π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου




Είσαι παράξενος Θεός.
Το ξέρεις, έτσι δεν είναι;
Πιστεύω ότι Σού το έχουν ξαναπεί.
Δεν είμαι ο πρώτος.
Και πόσοι ακόμη θα Σ’ το πουν;
Άπειροι, μέχρι να πάρεις απόφαση να μας μαζέψεις όλους …
Εκεί που οι άνθρωποι νιώθουν περισσότερα από αυτά που λένε.
Εκεί που φωνάζει ο ένας τον άλλο «αγάπη μου».
Μέχρι τότε, «θα τα ακούς».

Ε, φταις και εσύ. Εδώ που τα λέμε, φταις
Δεν συμμορφώνεσαι με τους κανόνες μας.
Πας κόντρα σε όλα.
Στο μυαλό, στο νου, στα σχέδια και τα προγράμματά μας.
Μας φεύγεις, μας ξεφεύγεις.
Εκεί που νιώθουμε ότι Σε καταλάβαμε, μας οδηγείς στην πλήρη άγνοια.
Μας κάνεις να αισθανόμαστε μαθητές, ενώ παίρναμε πτυχίο.
Εκεί που λέμε ότι Σε γνωρίσαμε, αλλάζεις μορφές.
Εκεί που λέμε ότι Σε βρήκαμε, Εσύ και πάλι εξαφανίζεσαι.
Αγνώριστος γίνεσαι. Νιώθουμε ότι τελικά δεν Σε μάθαμε ποτέ.
Ε, πώς θες να μη Σε πούμε παράξενο;




Παρουσίαση του βιβλίου "Το Αναγνωστικό των Ευαγγελίων" του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου στις 13 Οκτωβρίου 2017 στην Αθήνα


Το Βιβλιοπωλείο Εν Πλώ και οι Εκδόσεις Πατάκη  σας προσκαλούν την Παρασκευή 13 Οκτωβρίου  2017 και ώρα 19:00 στην παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου «Το αναγνωστικό των Ευαγγελίων».  Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Θόδωρος Ζιάκας, συγγραφέας,
Σωτήρης Γουνελάς, ποιητής, συγγραφέας,
και ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος


Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Στ' Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο της Εκκλησίας της Ελλάδος με θέμα «Πολεμικές συγκρούσεις και τόποι καθαγιασμού του απελευθερωτικού Αγώνος κατά την Επανάσταση του 1821» (Αθήνα, 6-7/10/2017)


Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακοινώνει ότι πραγματοποιείται στις 6 και 7 Οκτωβρίου 2017 το ΣΤ΄ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, το οποίο εντάσσεται στη σειρά των δέκα (10) Επιστημονικών Συνεδρίων για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως (1821-2021).

Το Συνέδριο εφέτος έχει ως κεντρικό θέμα «Πολεμικές συγκρούσεις και τόποι καθαγιασμού του απελευθερωτικού Αγώνος κατά την Επανάσταση του 1821». Ειδικοί επιστήμονες και ερευνητές θα παρουσιάσουν σχετικές εισηγήσεις.

Η επίσημη έναρξη και η πρώτη Συνεδρία θα λάβουν χώραν την Παρασκευή 6 Οκτωβρίου από τις 17.00 έως τις 20.30 στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του ισογείου του Συνοδικού Μεγάρου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ιασίου 1. Την έναρξη θα κηρύξει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος.

Η δεύτερη και η τρίτη Συνεδρία θα λάβουν χώραν το Σάββατο 7 Οκτωβρίου και από ώρες 09.00-13.30 και 16.00-19.30 αντιστοίχως στον ίδιο χώρο.

Οι εισηγήσεις των προηγουμένων πέντε (5) Διεθνών Επιστημονικών Συνεδρίων έχουν ήδη εκδοθεί σε τόμους από τις εκδόσεις «Αρχονταρίκι» και είναι στη διάθεση των ενδιαφερομένων.

Τη διοργάνωση έχει αναλάβει η Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητος υπό την προεδρία του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου. Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής είναι ο ιστορικός κ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Μετά την λήξη του Συνεδρίου θα δοθούν Βεβαιώσεις παρακολουθήσεως αυτού από την Γραμματεία της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος σε όσους το επιθυμούν.

Δείτε το πρόγραμμα του συνεδρίου εδώ.



Παρουσίαση του βιβλίου του Π. Κονδύλη "Συντηρητισμός" την Παρασκευή 6/10/2017 στην Πάτρα


Ο Χώρος Εναλλακτικής Παρέμβασης «Κοινοτικόν» και το βιβλιοπωλείο Nouveau παρουσιάζουν στην Πάτρα το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), «Συντηρητισμός: Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή», σε μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου, το οποίο εκδόθηκε στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2015.

Ο «Συντηρητισμός» αποτελεί μια από τις κορυφαίες μελέτες του πρόωρα χαμένου Έλληνα διανοητή, μια πολύτιμη ιστορικο-φιλοσοφική σύνθεση, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Δυτική Γερμανία το 1986 και χρειάστηκαν τριάντα χρόνια για να τη γνωρίσει το ελληνικό κοινό. Ενδεικτικά, διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

[…] Ο συντηρητισμός κατανοείται συνήθως ως ένα ιδεολογικό ρεύμα που γεννήθηκε σαν αντίδραση στη Γαλλική Επανάσταση και στις αστικές-φιλελεύθερες ιδέες της. Στη μνημειώδη αυτή μελέτη, που μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Παναγιώτης Κονδύλης δείχνει πως, αντίθετα, ο συντηρητισμός πρέπει να κατανοηθεί με τρόπο πολύ ευρύτερο, ως μια συνολική ιδεολογική και κοινωνικοπολιτική αντίδραση (των ανώτερων στρωμάτων) της προνεωτερικής κοινωνίας ενάντια στη διάλυσή της, την οποία αρχικά σηματοδότησε η ανάδυση του νεότερου συγκεντρωτικού κράτους, και αργότερα ολοκλήρωσε ο εκτοπισμός της αγροτικής οικονομίας από τη βιομηχανική-καπιταλιστική. Μετά την οριστική αποσάθρωση της προνεωτερικής κοινωνίας, οι εκπρόσωποι του συντηρητισμού συμμαχούν με τους φιλελεύθερους τέως άσπονδους εχθρούς τους εναντίον της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, η οποία με τη σειρά της απλώς ριζοσπαστικοποιεί τα φιλελεύθερα ιδανικά, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζει στους σκοπούς της μοτίβα της συντηρητικής κριτικής στον καπιταλισμό. Ο συντηρητισμός είναι προ πολλού νεκρός, λέει ο Κονδύλης· πέθανε μαζί με την εποχή και την κοινωνία η οποία τον γέννησε. Χάρη στη σφαιρικότητα της προοπτικής του, το βιβλίο αποτελεί μια συνθετική ιστορική παρουσίαση των κύριων ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων που σημάδεψαν τους νεότερους χρόνους, από τις απαρχές τους μέχρι και τον 20ό αιώνα.[…]

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί την Παρασκευή 6 Οκτωβρίου, στις 8.30 μ.μ., στο χώρο του βιβλιοπωλείου Nouveau, στον πεζόδρομο της Παντανάσσης 78, στην Πάτρα.

Θα μιλήσουν οι:

Λεωνίδας Σταματελόπουλος - Υποψήφιος διδάκτωρ Φιλοσοφίας / μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Νέο Πλανόδιον»

Θεόδωρος Ντρίνιας – Δημοτικός σύμβουλος («Κοινοτικόν»)


Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Η Ε΄ ΕΚΘΕΣΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

πηγή: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

Ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου πραγματοποιεῖ τήν Ε΄ Ἔκθεση Ἁγιογραφίας, ἕνα καλλιτεχνικό γεγονός, τό ὁποῖο διοργανώθηκε γιά πρώτη φορά τόν Σεπτέμβριο τοῦ ἔτους 2012, μέ ἀφορμή τήν ἱστορική καί ἀλησμόνητη Ἐπίσκεψη τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, στό Ρέθυμνο.

Ἡ Ε΄ Ἔκθεση Ἁγιογραφίας, ὅπως καί ἡ προηγούμενη, ἔχει ἐνταχθεῖ στίς εἰκαστικές ἐκδηλώσεις τοῦ 28ου Ἀναγεννησιακοῦ Φεστιβάλ τοῦ Δήμου Ρεθύμνης καί θά λειτουργήσει ἀπό τήν 2α ἕως καί τήν 15η Ὀκτωβρίου 2017, στό «Κέντρο Τεχνῶν - Ἐργαστήρι Βυζαντινῆς Παράδοσης», στήν παλαιά πόλη τοῦ Ρεθύμνου (ὁδός Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως 84).

Καί ἐφέτος συμμετέχουν στήν Ἔκθεση πολλοί Ἁγιογράφοι, οἱ ὁποῖοι εἴτε δραστηριοποιοῦνται στά ὅρια τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου εἴτε ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό αὐτήν.




Χρ. Γιανναράς, «Πρέπει»: μια α-νόητη λέξη

φωτό από εδώ
πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1/10/2017 


Η ​​δυναμική του δυτικού (παγκοσμιοποιημένου σήμερα) πολιτισμού ή «παραδείγματος» παραμένει ακαταμάχητη, θωρακισμένη με ορθολογισμό και τεχνογνωσία. Όταν πρόκειται για μεθοδεύσεις και μηχανισμούς κυριαρχίας, για τον εξωραϊσμό της απανθρωπίας και της αυθαιρεσίας των ισχυρών, το «παράδειγμα» εμφανίζει θαυμαστό επίπεδο ευφυΐας και μεθοδικότητας, αστραφτερή επινοητικότητα. Aν αναζητηθεί χαλινός στην εγωκεντρική αυθαιρεσία, στον πρωτογονισμό της αντικοινωνικής πλεονεξίας, αν γεννηθεί η ανάγκη για «νόημα» (κίνητρα και στοχεύσεις) της οργανωμένης συνύπαρξης, τότε η «λογική» που αντιτάσσεται εξαντλείται στη μικρονοϊκή δεοντολογία παιδαριώδους ατομοκεντρικού ηθικισμού, σε συναισθηματισμούς για αφελή προσκοπάκια.

Tα εγχώρια (εν Eλλάδι) συμπτώματα απανθρωπίας του «παραδείγματος» γεννάνε φόβο και αποτροπιασμό: Xρειάζεται ευφυέστατη στρατηγική και οξυμμένης πανουργίας σχεδιασμός για να ρυμουλκηθεί μια κοινωνία σε εκούσια παραίτηση από την κρατική της ανεξαρτησία και την εθνική της κυριαρχία. Nα δεχθεί εθελουσίως μιαν άκρως ταπεινωτική επιτρόπευση. Nα συναινέσουν ομόφωνα στον εξευτελισμό όλες οι τάχα και ιδεολογικές παρατάξεις, όλα τα «κόμματα εξουσίας» – να δεχθούν αδιαμαρτύρητα όλες οι ηγετικές της κοινωνίας ομάδες (δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, δικηγορικοί σύλλογοι, επιστημονικές εταιρείες, δημοτικοί άρχοντες, φοιτητική νεολαία) την άνευ όρων παράδοση της συντεταγμένης πολιτείας στην αυθαιρεσία της διεθνούς τοκογλυφίας.

Όλοι παγιδευμένοι αυτοπροαίρετα στο πιο ντροπιαστικό της Iστορίας αλαλούμ: Kαριερίστες «εθνικιστές» να συγκυβερνάνε με «ριζοσπάστες» κομμουνιστές, αμοραλιστές της «συντήρησης» μαζί με το ασπόνδυλο σοσιαλ-αλαμπουρνέζικο μόρφωμα «του εκσυγχρονισμού και της προόδου». Nα υπογράφουν τα «μνημόνια» της αυτομολίας, να ξελιγώνονται για μοιρασιά της εξουσίας οι τάχα άσπονδοι, για να ’ναι με βούλα διακομματική σφραγισμένη η ανυπόφορη ξεφτίλα.

Tέτοια «πολιτικά» νεοπλάσματα για να επινοηθούν, να μεθοδευτούν, να γίνουν πράξη, χρειάζονται ασκημένους νόες, εμπειρία σε επιτελικά κέντρα πολύμοχθη και πολύχρονη, σπουδές εξειδικευμένες, άσκηση στην αυστηρή συστηματικότητα. Έστω και μόνο η εκβιαστική πανουργία των capital controls, για παράδειγμα, προαπαιτούσε οικονομικό σχεδιασμό, πολιτική οξυδέρκεια, ταχύτητα αιφνιδιασμού θαυμαστή: Nα διακόπτει η Kεντρική Tράπεζα (της «ενωμένης» Eυρώπης) τη ρευστότητα προς τον εκβιαζόμενο «εταίρο», μόνο για να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση από κάθε πολιτική διαπραγμάτευση!

Aλλά η επινοητικότητα και ευφυέστατη μεθοδικότητα που αναπτύσσει το «παράδειγμα» προκειμένου να τελεσφορήσουν οι επιδιώξεις του, προκαλούν θαυμασμό (βεβαίως έμφοβο) και όταν έντεχνα υπονομεύουν, αλλοτριώνουν ή σιωπηρά ακυρώνουν «κατακτήσεις» της Nεωτερικότητας, που εξακολουθούν να εξυμνούνται σαν πελώρια επιτεύγματα «προόδου» της ανθρωπότητας. O «κοινοβουλευτισμός» λ.χ. σήμερα, συνεχίζει να ταυτίζεται με την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», ενώ, στην Eλλάδα τουλάχιστον, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν μόνο τις ντιρεχτίβες που καθορίζει ο αρχηγός τους, όχι ανάγκες - προτάσεις - απόψεις των ψηφοφόρων εντολέων τους. Eίναι σπάνια εξαίρεση να επιτραπεί από τον αρχηγό να ψηφίσουν οι βουλευτές «κατά συνείδηση» (βγαίνει ειδική ανακοίνωση) – ο κανόνας είναι να λειτουργούν σαν μαριονέτες.

Tα Συντάγματά μας εξακολουθούν να «κατοχυρώνουν» την ελευθερία της ψήφου και την ελευθερία της έκφρασης των πολιτών. Όμως όλοι ξέρουμε ότι οι εκλογές κρίνονται από τα ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά που διατίθενται για τη διαφήμιση των υποψηφίων και των κομμάτων τους. H ψήφος «ελεύθερα» υποκλέπτεται ή εξαγοράζεται και η «ελεύθερη» έκφραση είναι ολοκληρωτικά ελεγχόμενη από τα «μέσα» εμπορευματοποιημένης «ενημέρωσης».

Eξουδετερωμένη είναι και η λειτουργία της Δικαιοσύνης, απογυμνωμένη από κάθε εγκυρότητα, αφού η ηγεσία της ανέχεται να διορίζεται από το Yπουργικό Συμβούλιο. Παρωδία και τα «εκλογικά συστήματα», που εναλλάσσονται ακατάπαυστα, προκειμένου να υπηρετήσουν τα συγκυριακά συμφέροντα του κόμματος που κάθε φορά κυβερνάει.

Aυτό είναι ένα τελεγραφικό σκιαγράφημα του εφιαλτικού χάους, της διάλυσης και της ντροπής, που συνιστούν την επίφαση κράτους και πολιτικής στη χώρα μας σήμερα. Aς δούμε και ποια λογική, ποιον ορθολογισμό, ποιαν επιτελική ευφυΐα και επινοητικότητα αντιτάσσει στον εφιάλτη η «οργανική διανόηση», παραπαίδι της εξουσίας:

«Πρέπει να τελειώνουμε πια με τον κακό εαυτό μας... Nα αποφασίσουμε επιτέλους να μη φορτώνουμε σε άλλους τα προβλήματα, αλλά να αρχίσουμε από εμάς, ο καθένας από τον εαυτό του... Έχουμε ατροφικό το αίσθημα της ευθύνης, ενώ πολύ ισχυρό το αίσθημα των συμφερόντων και των δικαιωμάτων. Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι, όταν δεν έχεις υποχρεώσεις, φέρεσαι σαν ζώο, ενώ όταν δεν έχεις δικαιώματα, σου φέρονται σαν να είσαι ζώο. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να συνδυάσουμε τα δικαιώματα με τις υποχρεώσεις, να γίνουμε δηλαδή σωστοί πολίτες».

H πιο α-νόητη λέξη σε οποιονδήποτε προβληματισμό είναι το «πρέπει»: Eκφέρει μια προστακτική, χωρίς να λέει ποιος και με ποια εξουσία θα την επιβάλει. Aφήνεται να νοηθεί ότι αρκεί η συνειδητοποίηση και λίγη καλή θέληση, για να «βελτιωθεί» ο καθένας μας σαν καλό προσκοπάκι ή κατηχητόπουλο. H ζούγκλα των θηριωδών συμφερόντων λογαριάζεται σαν πεδίο για την ατομική μας «καλή πράξη», την εγωτική μας «σωτηρία».

Aν ποτέ εμφανιστεί αντίλογος στον εφιάλτη του ατομοκεντρικού «Διαφωτισμού» και της «προόδου», δεν θα περιέχει ούτε ένα «πρέπει».


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Στ. Φωτίου με τίτλο "Άγιος: ο άνθρωπος της αγάπης"

Σταύρος Σ. Φωτίου, Άγιος: Ο άνθρωπος της αγάπης, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2017, ISBN:978-960-615-032-6.

Αυτό το μικρό βιβλίο, συνιστά προσπάθεια ευσύνοπτης παρουσίασης των διαφόρων πτυχών της χριστιανικής αγιότητας. Η φιλανθρωπία του Θεού και η φιλοθεΐα του ανθρώπου· η διακονία του συνανθρώπου και η προστασία της φύσης· η θεία χάρη και η ανθρώπινη προσπάθεια· η ελευθερία που αγαπά και η αγάπη που ελευθερώνει· ο έμπρακτος λόγος και η έλλογη πράξη· ο έσωθεν φωτισμός και η κοινωνική μαρτυρία· η κατάφαση της ιστορίας και η δημιουργική ανάταση είναι μερικές όψεις της αγιότητας.



Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ



Ἡ ἀλήθεια ἐνίοτε ἔχει κόστος.

Ἡ ἀλήθεια πληγώνει.

Ἡ ἀλήθεια λυτρώνει.

Ἡ ἀλήθεια ἀπελευθερώνει.

Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.



Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Ευάγγελος Βενιζέλος, Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες- Η συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου


Ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και Πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών, Ευάγγελος Βενιζέλος μιλάει στην επιστημονική Ημερίδα με τίτλο «Εκκλησία και Σύνταγμα: Το ζήτημα της αναθεώρησης», που συνδιοργάνωσαν την Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017, η Ιερά Πατριαρχική Μονή Βλαττάδων, το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και οι Κοσμητείες της Θεολογικής και της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Θέμα της εισηγήσεως του είναι: «Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες-Η συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου».


π. Νικ. Λουδοβίκος, Η ελληνική και η παγκόσμια κρίση: Επιδράσεις στην νεολαία


Ο πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Λουδοβίκος, ως καλεσμένος εισηγητής στο 8ο Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού (Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 2017) μιλά, με θέμα «Η ελληνική και η παγκόσμια κρίση: Επιδράσεις στην νεολαία», για τις συνειδητοποιήσεις εκείνες που κατ’ εξοχήν αφορούν τους ανθρώπους του σήμερα, από οπουδήποτε στη γη και αν ελαύνεται η καταγωγή τους.
Προτείνει ωστόσο στους Ποντίους να αξιοποιήσουν τις ρίζες τους, για να διακρίνουν με ακόμα αμεσότερο τρόπο τη (θεολογική – δηλαδή συναρπαστική) οδό μιας βαθύτατης κατάφασης στις απαιτητικότερες ανάγκες του εαυτού και του άλλου.



Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Σπουδές στην ειδικότητα "Συνοδός Θρησκευτικού Τουρισμού και Προσκυνηματικών Περιηγήσεων" στο Ρέθυμνο Κρήτης

Φωτό από εδώ

Κάντε κλικ εδώ για λεπτομέρειες.


Α. Ι. Καλαμάτας, Δυστυχώς φυραίνει ο τόπος μας από νηφάλιους συνανθρώπους μας…

πηγή: NULA DIES SINE LINEA
Οι κατήγοροι του Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά, τις τελευταίες ημέρες, έχουν επιδοθεί σ’ ένα ανορθόδοξο πόλεμο εναντίον του «εχθρού», «εχθρού» που κατ’ αυτούς δεν είναι άλλος από το ΝΠΣ, το οποίο προσπαθεί να αλώσει τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Παραπλανούν και πανικοβάλλουν συνειδήσεις όχι μόνο εκπαιδευτικών, μαθητών και γονιών αλλά και κάθε ανυποψίαστου Έλληνα πολίτη που με ενδιαφέρον παρακολουθεί όσα συμβαίνουν γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών. Βιάζονται οι κατήγοροι να κρίνουν το ΝΠΣ χωρίς καλά – καλά αυτό στεριώσει και ζυμωθεί στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη. «Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία», βλέπω να κουνάει το δάχτυλό του από μακριά ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Π. Καβάφης.

Αθ. Ι. Καλαμάτας
***

Δείτε και:



φωτογραφήματα 189

φωτό: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Π. Ασημακόπουλος, Ο Χριστός και οι Ινδιάνοι

πηγή: Εκπαιδευτικές και θεολογικές αταξίες

Να εξηγηθώ πρώτα. Δεν είμαι από τους Συντάκτες των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά ούτε μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων. Δεν έχω κανένα προσωπικό όφελος από τη στήριξη των παραπάνω. Δεν κερδίζω κάτι με το να στηρίξω το «συριζοπρόγραμμα» (που δεν είναι τέτοιο, αλλά ας πάει και το παλιάμπελο…). Άλλωστε, στους περισσότερους είναι γνωστή η στάση μου απέναντι στο πρώτο συνθετικό του αδόκιμου όρου.
Απλά, θέλω να περισώσω τα εναπομείναντα υγιή εγκεφαλικά μου κύτταρα. Ίσως και να επαναστατεί το γονίδιο της δυσανεξίας στη βλακεία και στην πονηριά. Όλοι το έχουμε. Άλλοι ως ενεργό, άλλοι σε υπνώττουσα κατάσταση, άλλοι ως συμβιβασμένο.
Στο προκείμενο. Κυκλοφορεί στο διαδίκτυο η παραπάνω (απομονωμένη φυσικά) φωτογραφία με ατάκες όπως, «εμπαιγμός του Χριστού», «προδοσία της πίστης» και τα τοιαύτα. Είναι από το φάκελο μαθητή των Θρησκευτικών της Γ΄ Δημοτικού, προφανώς ενταγμένη σε κάποια ενότητα. Ιδού όλη η σελίδα, η οποία ανήκει στην ενότητα για τη Γέννηση του Χριστού:


Ακριβώς πάνω από τη σύνθεση με τους Ινδιάνους υπάρχει μία αντίστοιχη σύνθεση με μία Γιαπωνέζα που κρατάει αγκαλιά ένα παιδί. Φέρουν επίσης φωτοστέφανο. Δίπλα στις φωτογραφίες και λίγο παραπάνω υπάρχουν κείμενα για την παγκοσμιότητα της Γέννησης του Χριστού. Δίπλα στη σύνθεση με τους Ινδιάνους υπάρχει ένα συγκινητικό ποίημα και με ωραία μηνύματα για τους μικρούς μαθητές, με τίτλο «Ο Ινδιάνος στη φάτνη». Προφανώς, και οι δύο αυτές εικόνες παραπέμπουν στην Παναγία και στο Χριστό στη "γλώσσα" των Ιαπώνων και των Ινδιάνων.
Δυο σελίδες παραπάνω υπάρχει μία σύνθεση εικόνων με τίτλο «Παραστάσεις της Γέννησης απ’ όλο τον κόσμο». Μαύροι, Κινέζοι, άσχημοι, κοντόχοντροι, όλοι έτοιμοι να κατασπαράξουν την πίστη. Παραδόξως, για αυτή τη σύνθεση δεν έχω διαβάσει ακόμη τίποτα περί πανθρησκείας.


Να σοβαρευτούμε λίγο. Εμείς δεν είμαστε αυτοί που υπερηφανευόμαστε για την Ορθόδοξη Ιεραποστολή ότι σέβεται τις ιδιαιτερότητες των λαών (γλώσσα, έθιμα, συνήθειες) σε αντίθεση με παλαιότερες πρακτικές Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών; Εμείς δεν είμαστε αυτοί που προβάλουμε την ανεκτικότητα της Ορθόδοξης Ιεραποστολής να αγιογραφείται ο Χριστός ως Αφρικανός ή Ασιάτης αντίστοιχα, καθώς ο λευκός Χριστός θύμιζε μάλλον αποικιοκράτη δουλέμπορο;
Τι σχέση λοιπόν μπορεί να έχει ο Χριστός με τους Ινδιάνους; Μμμμμ…. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, εκτός από το ότι ο Χριστός γεννήθηκε ΚΑΙ για τους Ινδιάνους…

Παναγιώτης Ασημακόπουλος
Θεολόγος καθηγητής



Θ.Ι. Ζιάκας, Ο νεωτερικός μεσσιανισμός


πηγή: ΑΡΔΗΝ, τεύχος 35/ Απρίλιος 2002



Το τέ­λος της ι­στο­ρί­ας εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση των δια­δι­κα­σιών ε­ξα­το­μί­κευ­σης, της ο­ποί­ας προ­σφο­ρό­τε­ρη μορ­φή α­πο­τε­λεί ο φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός.

(Φρ. Φου­κου­γιά­μα)


Ο μεσ­σια­νι­σμός εί­ναι έ­να σύ­στη­μα ελ­πί­δας. Προ­σφέ­ρε­ται στον Δού­λο και του υ­πό­σχε­ται την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή του. Α­να­πτύ­χθη­κε με την έ­ξο­δο α­πό την “πα­ρα­δεί­σια” πρω­τό­γο­νη κα­τά­στα­ση και με το πέ­ρα­σμα στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς. Κά­τω α­πό τις βα­ριές κο­λε­κτι­βι­στικές πυ­ρα­μί­δες της Αι­γύ­πτου, της Βα­βυ­λώ­νας, της Ιν­δί­ας, της Κί­νας, ή των Αζ­τέ­κων, η ελ­πί­δα στέ­να­ζε παίρ­νο­ντας διά­φο­ρες μορ­φές μεσ­σια­νι­σμού. Την πιο κα­θα­ρή μορ­φή θα την προ­σλά­βει στο πιο ε­ξε­λιγ­μέ­νο κο­λε­κτι­βι­στι­κό έ­θνος της ι­στο­ρί­ας, τους Ε­βραί­ους, ό­ταν αιχ­μά­λω­τοι στη Βα­βυ­λώ­να ο­νει­ρεύ­ο­νταν τη Σιών και ό­ταν κιν­δύ­νε­ψαν να χά­σουν την ε­θνι­κή τους ταυ­τό­τη­τα κά­τω α­πό την ελ­λη­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α.
Μπο­ρεί ο μεσ­σια­νι­σμός να εί­ναι γέν­νη­μα των κο­λε­κτι­βι­στι­κών κοι­νω­νιών, αλλά αυ­τό δεν ση­μαί­νει ό­τι δεν υ­φί­στα­ται και στις α­το­μο­κε­ντρι­κές κοι­νω­νίες, την αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή και τη νε­ω­τε­ρι­κή. Ο τρα­γι­κός μύ­θος του Προ­μη­θέ­α προ­βάλλει, στην Α­θή­να του 5ου αιώ­να, έ­ναν πα­ρά­ξε­νο μεσ­σια­νι­σμό: “έ­νας θε­ός πιο δυ­να­τός α­πό τον Δί­α θα γεν­νη­θεί μια μέ­ρα και θα συ­ντρί­ψει την εξου­σί­α του”. Με το πέ­ρα­σμα στη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα ο με­σαιω­νι­κός χι­λια­στι­κός μεσ­σια­νι­σμός θα εκ­κο­σμι­κευ­θεί για να με­τα­μορ­φω­θεί σε πί­στη στην Πρό­οδο. Η νε­ω­τε­ρι­κή πί­στη στην Πρό­ο­δο βα­σί­ζε­ται σα­φώς σε έ­ναν τε­χνο­λο­γικό μεσ­σια­νι­σμό (: η τε­χνο­λο­γί­α θα μας λύ­σει ό­λα τα προ­βλή­μα­τα). Και σε μας εδώ ο χι­λια­στι­κός μεσ­σια­νι­σμός έ­παι­ξε το ρό­λο του. Με­τά την α­νε­ξαρ­τη­σί­α, τον 19ο αιώ­να, αρ­κε­τοί μεσ­σί­ες εί­χαν τα­ρά­ξει τον ύ­πνο της Ψω­ρο­κώ­σταινας. Ο γε­ρο-Μα­κρυ­γιάν­νης λί­γο έ­λει­ψε να ταυ­τί­σει τον ε­αυ­τό του με τη δια­δε­δομέ­νη τό­τε λα­ϊ­κή μεσ­σια­νι­κή μορ­φή του “φτω­χού βα­σι­λέ­α Ιω­άν­νη”. Τον 20ό αιώ­να το πράγ­μα κό­ρω­σε, για να γί­νου­με ο­λο­καύ­τω­μα στον μεσ­σια­νι­κό “κομ­μου­νι­στι­κό” Μο­λώχ. Σή­με­ρα, ε­νώ θα πε­ρί­με­νε κα­νείς μα­ζί με το με­τα­μο­ντέρ­νο “τέ­λος της ι­στο­ρί­ας” να έρ­θει και το τέ­λος των μεσ­σια­νι­σμών, το α­ντίθε­το εί­ναι που βλέ­που­με.
Δεν ξέ­ρω αν έ­χει γρα­φτεί μια συ­γκρι­τι­κή ι­στο­ρί­α του μεσ­σια­νι­σμού. Θα ή­ταν ί­σως η πιο καί­ρια με­λέ­τη πά­νω στην ου­σί­α του αν­θρώ­που: την ε­λευ­θε­ρί­α. Θα μας μι­λού­σε πά­νω απ’ ό­λα για τη φρί­κη της αν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης. Γι’ αυτό και εί­ναι μάλ­λον α­πί­θα­νο να έ­χει γρα­φτεί. Κι αν έ­χει γρα­φτεί, θα εί­ναι απί­θα­νο να κυ­κλο­φο­ρεί. Στο κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί θα μι­λή­σου­με κυ­ρί­ως για τον νε­ω­τε­ρι­κό μεσ­σια­νι­σμό: την ι­δέ­α της Προ­ό­δου, την α­ντί­στοι­χη α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο και τον τε­χνο­λο­γι­κό μεσ­σια­νι­σμό που την τρο­φο­δο­τεί.

1. Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός

Ο μεσ­σια­νι­σμός συν­δέ­ε­ται σή­με­ρα με την Τε­χνολο­γί­α. Εί­χε ό­μως τε­χνο­λο­γι­κή βά­ση και στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς.
Ας πά­ρου­με μια τυ­πι­κή κο­λε­κτι­βι­στι­κή πυ­ρα­μί­δα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η α­να­παρα­γω­γή της προ­ϋ­πο­θέ­τει το μπλο­κά­ρι­σμα δύ­ο ε­ναλ­λα­κτι­κών λύ­σε­ων: α) της υ­ποστρο­φής στην “πρω­τό­γο­νη κα­τά­στα­ση”, α­πό την κα­τάρ­ρευ­ση της ο­ποί­ας ανα­δύ­θη­κε η κο­λε­κτι­βι­στι­κή πυ­ρα­μί­δα και β) της με­τά­βα­σης στην α­το­μο­κε­ντρι­κή κοι­νω­νί­α. Η πρώ­τη εί­ναι δο­μι­κά μπλο­κα­ρι­σμέ­νη: Οι με­γά­λοι κο­λε­κτι­βι­στι­κοί πο­λι­τι­σμοί του Νεί­λου, του Ευ­φρά­τη, του Γάγ­γη ή του Για­γκ Τσε, ή­ταν ι­κανοί να κα­τα­σκευά­ζουν και να δια­χει­ρί­ζο­νται τε­ρά­στια υ­δραυ­λι­κά έρ­γα και να προ­γραμ­μα­τί­ζουν έ­ξυ­πνα την κα­τα­νο­μή του πλε­ο­νά­σμα­τος α­νά­με­σα σε καλές και κα­κές χρο­νιές. Η πυ­ρα­μι­δι­κή δο­μή τους δεν δια­σφά­λι­ζε μό­νο τον τρόπο κα­τα­νά­λω­σης του πλε­ο­νά­σμα­τος, αλ­λά και τον τρό­πο της πα­ρα­γω­γής του. Δεν ή­ταν α­πλώς έ­να σύ­στη­μα σχέ­σε­ων ε­ξου­σί­ας, αλ­λά και έ­να σύ­στη­μα πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων. Με άλ­λα λό­για: Η εμ­φά­νι­ση της κο­λε­κτι­βι­στι­κής πυ­ρα­μί­δας πολ­λαπλα­σί­α­σε το οι­κο­νο­μι­κό πλε­ό­να­σμα και ε­πέ­τρε­ψε έ­ναν α­ντί­στοι­χο πολ­λα­πλα­σια­σμό του πλη­θυ­σμού. Το γε­γο­νός αυ­τό κα­τέ­στη­σε α­δύ­να­τη την υ­πο­στρο­φή στην προ­κο­λε­κτι­βι­στι­κή κα­τά­στα­ση. Μό­νο ε­ξω­τε­ρι­κοί πα­ρά­γο­ντες (“βαρ­βαρι­κές” ε­πι­δρο­μές – φυ­σι­κές κα­τα­στρο­φές) θα μπο­ρού­σαν να ε­πι­βά­λουν “υπο­στρο­φή στη βαρ­βα­ρό­τη­τα”. Η α­να­πα­ρα­γω­γή της πυ­ρα­μί­δας ή­ταν ό­ρος για την ε­πι­βί­ω­ση της πλειο­νό­τη­τας του πλη­θυ­σμού, ο ο­ποί­ος μπο­ρού­σε βέ­βαια να νο­σταλ­γεί τον προ­κο­λε­κτι­βι­στι­κό “πα­ρά­δει­σο”, αλ­λά οι πόρ­τες του εί­χαν κλεί­σει ο­ρι­στι­κά. Ό­ταν το Σύ­στη­μα εί­ναι ό­ρος για την ύ­παρ­ξή σου δεν μπο­ρείς να το α­να­τρέ­ψεις. Στις συν­θή­κες αυ­τές το­πο­θε­τεί­ται και η γέν­νη­ση του μεσ­σια­νι­σμού ό­σο και του ε­ξω­κοι­νω­νι­κού μυ­στι­κι­σμού.
Αλ­λά αν το κε­κτη­μέ­νο “ε­πί­πε­δο α­νά­πτυ­ξης των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων” απο­κλεί­ει την “αλ­λα­γή προς τα πί­σω” η “α­νε­πάρ­κεια της α­νά­πτυ­ξής” τους θα α­πο­κλεί­σει την “αλ­λα­γή προς τα μπρος”. Για­τί, σύμ­φω­να με την αλφα­βή­τα του ι­στο­ρι­κού υ­λι­σμού, αν δεν πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μια “ρι­ζι­κή α­νατρο­πή” στους τε­χνο­λο­γι­κούς ό­ρους της πα­ρα­γω­γής, δεν εί­ναι δυ­να­τή η υ­πέρβα­ση του κο­λε­κτι­βι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Η διά­ση­μη αυ­τή θέ­ση γε­νι­κεύ­ει, προφα­νώς, την ε­μπει­ρί­α της δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κής με­τά­βα­σης α­πό τον με­σαιω­νι­κό φε­ου­δαρ­χι­κό κο­λε­κτι­βι­σμό στη Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, ό­που η βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση, μια τε­χνο­λο­γι­κή ε­πα­νά­στα­ση, μοιά­ζει να έ­παι­ξε τον α­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο. Βε­βαί­ως η γε­νί­κευ­ση εί­ναι αυ­θαί­ρε­τη, α­φού δεν κα­λύ­πτει το αρ­χαιο­ελ­λη­νικό πα­ρά­δειγ­μα, ό­που το Ά­το­μο γί­νε­ται κυ­ρί­αρ­χο πρό­τυ­πο χω­ρίς να έ­χει με­σολα­βή­σει κα­μιά βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση. Εί­ναι έ­να δόγ­μα το ο­ποί­ο ε­ξυ­πη­ρέτη­σε θαυ­μά­σια την α­νά­γκη της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας να θέ­σει τον ε­αυ­τό της στην κο­ρυ­φή της ε­ξε­λι­κτι­κής κλί­μα­κας και να νο­μι­μο­ποι­ή­σει την α­παί­τη­ση του “εκ­συγ­χρο­νι­σμού”, δη­λα­δή της υ­πο­τα­γής-κα­τα­στρο­φής των προ­νε­ω­τε­ρικών πο­λι­τι­σμών. Αυ­τό εί­ναι άλ­λω­στε και η πρό­τα­σή της: Ο Μεσ­σί­ας που θα σας απε­λευ­θε­ρώ­σει α­πό την “κα­τά­ρα του νό­μου” θα έρ­θει. Μα­ταί­ως ό­μως τον περι­μέ­νε­τε α­πό τον δρό­μο της Θρη­σκεί­ας. Θα έρ­θει, αλ­λά α­πό τον δρό­μο της Ε­πιστή­μης, για­τί η Τε­χνο­λο­γί­α εί­ναι ο πραγ­μα­τι­κός Μεσ­σί­ας!
Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός γνώ­ρι­σε μια εκ­πλη­κτι­κή ερ­μη­νευ­τι­κή πει­στι­κό­τη­τα. Οι πα­λιό­τε­ροι το ζή­σα­με με τη λε­γό­με­νη “υ­πέρ­βα­ση” του κα­πι­τα­λι­σμού: Με δε­δο­μέ­νο τον ι­λιγ­γιώ­δη ρυθ­μό της τεχνο­λο­γι­κής ε­ξέ­λι­ξης, εί­ναι “μα­θη­μα­τι­κά βέ­βαιο” ό­τι αρ­γά ή γρή­γο­ρα η α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων θα σπά­σει το “κέ­λυ­φος” των κα­πι­ταλι­στι­κών πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων, κα­θι­στώ­ντας α­να­γκαί­α τη με­τά­βα­ση σε έ­να “α­νώ­τε­ρο στά­διο κοι­νω­νι­κής α­νά­πτυ­ξης”. Η “ε­πα­να­στα­τι­κή μα­μή”, που πά­ντο­τε έρ­χε­ται α­κά­λε­στη, θα ξε­γεν­νή­σει τε­λι­κώς μιαν α­τα­ξι­κή-α­ε­θνι­κή-α­κρα­τι­κή κοι­νω­νί­α. Κι αυ­τό, εί­τε το θέ­λου­με εί­τε ό­χι. Η μεσ­σια­νι­κή κοι­νω­νία θα εί­ναι μια τε­χνο­λο­γι­κή κοι­νω­νί­α. Η Ε­πι­στή­μη και η Τε­χνο­λο­γί­α θα έ­χουν λύ­σει ό­λα τα προ­βλή­μα­τα. Στον τε­χνο­λο­γι­κό πα­ρά­δει­σο θα έ­χει πραγ­μα­τω­θεί πλή­ρως το νε­ω­τε­ρι­κό ι­δα­νι­κό της “κοι­νω­νί­ας – παι­δι­κής χα­ράς”: Οι άν­θρω­ποι θα εί­ναι ε­κεί κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό α­νέ­με­λα παι­διά. Αν θέ­λουν να ερ­γάζο­νται, θα ερ­γά­ζο­νται. Αλ­λά μάλ­λον δεν θα χρειά­ζε­ται. Αν θέ­λουν να ψα­ρεύ­ουν, θα ψα­ρεύ­ουν. Θα κά­νουν κρι­τι­κή, θα παί­ζουν κ.λπ. κ.λπ. Θα τα ε­πι­τρέ­πει ό­λα αυ­τά η τε­χνο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη, για­τί θα έ­χει ε­ξα­σφα­λί­σει υ­περ­πλε­ό­να­σμα α­γαθών, αρ­κε­τών για ό­λους. Κα­τάλ­λη­λες μη­χα­νές θα πα­ρά­γουν ό,τι χρεια­ζό­μα­στε και σε ό­ση πο­σό­τη­τα το θέ­λου­με. Μια τέ­τοια μη­χα­νή θα ή­ταν π.χ. ο “κομ­μου­νιστι­κός φούρ­νος”, που έ­φερ­ναν σαν πα­ρά­δειγ­μα σε κά­ποιον α­πό τους τό­μους της Α­κα­δη­μί­ας Ε­πι­στη­μών της Ε.Σ.Σ.Δ. τη δε­κα­ε­τί­α του 1960: α­πό τη μια με­ριά συλ­λέγει τις η­λια­κές α­κτί­νες και α­πό την άλ­λη βγά­ζει λα­χτα­ρι­στές φρα­ντζό­λες. Α­κό­μα πιο εκ­πλη­κτι­κές εί­ναι οι μη­χα­νές που πε­ριέ­γρα­φαν, τό­τε και σή­με­ρα, οι α­με­ρι­κα­νι­κές ε­κλα­ϊ­κεύ­σεις του τε­χνο­λο­γι­κού μεσ­σια­νι­σμού. Με την κατάρ­ρευ­ση του υ­παρ­κτού σο­σια­λι­σμού, ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός δέ­χτηκε ι­σχυ­ρό­τα­το πλήγ­μα. Ε­φτά­ψυ­χος ό­μως, συ­νήλ­θε γρή­γο­ρα και με το “τρί­το κύ­μα”, την “κοι­νω­νί­α της πλη­ρο­φο­ρί­ας”, την “πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση”, τα χρη­μα­τι­στή­ρια κ.τ.τ. ε­πα­νήλ­θε δρι­μύ­τε­ρος. Πη­γή του εί­ναι φυ­σι­κά η Α­με­ρική. Και ό­λοι αυ­τοί οι α­να­ρίθ­μη­τοι α­φε­λείς, στην Ευ­ρώ­πη και στον Τρί­το Κόσμο, οι ο­ποί­οι ό­ψι­μα α­να­κά­λυ­ψαν την Α­με­ρι­κή.
Ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός α­πο­τε­λεί εξ αρ­χής τον πυ­ρή­να του νε­ω­τε­ρι­κού πνεύ­μα­τος. Εί­ναι η πί­στη ό­τι η τε­χνο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη θα ο­δη­γή­σει α) στην εξί­σω­ση των προ­σβά­σε­ων στη γνώ­ση (θα μα­θαί­νεις ό,τι θέ­λεις, “πα­τώ­ντας έ­να κου­μπί”) και β) στην “κοι­νω­νί­α της α­φθο­νί­ας”, με ό­λα τα α­γα­θά “προσι­τά στους πά­ντες”. Πα­ρά τα μυ­θο­λο­γού­με­να για την “α­θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά” του, ο νε­ω­τε­ρι­κός άν­θρω­πος εί­ναι βα­θύ­τα­τα θρη­σκευ­τι­κός. Η νε­ω­τε­ρι­κότη­τα έ­χει το ι­σχυ­ρό­τε­ρο και το πιο πλή­ρες σύ­στη­μα θρη­σκεί­ας που έ­χει φα­νεί στην ι­στο­ρί­α. Με βα­θιά πί­στη. Τε­ρά­στιο, αλ­λά προ­πα­ντός, εκ­πλη­κτι­κού κύ­ρους ιε­ρα­τεί­ο (κά­θε λο­γής “ει­δι­κών”). Πάν­δη­μη δη­μό­σια λα­τρεί­α (στα πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τα και στην τη­λε­ό­ρα­ση). Η θρη­σκεί­α αυ­τή εί­ναι ο τε­χνο­λογι­κός μεσ­σια­νι­σμός. Η πί­στη ό­τι η Ε­πι­στή­μη και η Τε­χνο­λο­γί­α θα λύ­σουν όλα τα προ­βλή­μα­τα και θα φέ­ρουν στον άν­θρω­πο την ευ­τυ­χί­α. Ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι η κυ­ρί­αρ­χη λα­ϊ­κή θρη­σκεί­α και στη ση­με­ρι­νή με­τα­μο­ντέρ­να φά­ση της νεω­τε­ρι­κό­τη­τας. Έ­χει α­φο­μοιώ­σει κά­θε προ­γε­νέ­στε­ρη μορ­φή μεσ­σια­νι­σμού και κα­θο­ρί­ζει το πνεύ­μα της “Νέ­ας Ε­πο­χής”. Η “θε­ο­λο­γί­α” της θα μπορού­σε να συ­νο­ψι­στεί στα ε­ξής: Ή­ταν α­νά­γκη να πε­ρά­σει ο άν­θρω­πος α­πό την κόλα­ση της δου­λεί­ας, της φε­ου­δαρ­χί­ας, του κα­πι­τα­λι­σμού, των ά­πει­ρων σφα­γών, για να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί η οι­κο­νο­μι­κή συσ­σώ­ρευ­ση που θα κα­θι­στού­σε δυ­να­τή την Τε­χνο­λο­γί­α. Ή­ταν μέ­σα στο “Μυ­στι­κό Σχέ­διο” του Θε­ού (ή του Λό­γου, της Ι­στο­ρί­ας, της Τύ­χης ή της Α­νά­γκης). Και ε­πει­δή η Τε­χνο­λο­γί­α εί­ναι γέν­νημα του χρι­στια­νι­κού πο­λι­τι­σμού, της “ε­πο­χής των Ι­χθύ­ων”, οι “χρι­στια­νοί” μας εί­ναι δια­τε­θει­μέ­νοι να δε­χθούν ό­τι α­κό­μα και η εν­σάρ­κω­ση του Υ­ιού του Θε­ού έ­γι­νε για να υ­πη­ρε­τή­σει τον τε­χνο­λο­γι­κό σκο­πό του “Θε­ϊ­κού Σχε­δί­ου”, δη­λα­δή την έ­λευ­ση της “ε­πο­χής του Υ­δρο­χό­ου”, της ε­πο­χής του τε­χνο­λο­γι­κού πα­ρα­δεί­σου.
Τα δε­δο­μέ­να του 20ού αιώ­να έ­δει­ξαν, ω­στό­σο, ό­τι κά­θε αύ­ξη­ση και γε­νί­κευ­ση των αλ­λα­γών στην τε­χνο­λο­γι­κή υ­πο­δο­μή της κοι­νω­νί­ας, των αλ­λα­γών που εί­χαν θε­τι­κές ε­πι­πτώ­σεις στην ε­πι­βί­ω­ση, ε­ξα­νε­μί­ζο­νται α­πό την αύ­ξη­ση του πληθυ­σμού, που αυ­τές προ­κα­λούν. Α­πό πλευ­ράς πο­σο­στού συμ­με­το­χής στα δια­θέ­σιμα α­γα­θά και στην υ­πάρ­χου­σα γνώ­ση, η νέ­α πλειο­νό­τη­τα πα­ρα­μέ­νει στο ί­διο και χει­ρό­τε­ρο πο­σο­στό με την προ­η­γού­με­νη. Ο κα­τά κε­φα­λήν ά­νι­σος λό­γος της συμ­με­το­χής στον κοι­νω­νι­κό πλού­το κα­θό­λου δεν βελ­τιώ­νε­ται, ό­πως έ­χουν δείξει άλ­λω­στε και τα στοι­χεί­α του Ο­Η­Ε για την ε­ξέ­λι­ξη της κοι­νω­νι­κής α­νι­σότη­τας. Το “αί­τιο”, που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι α­πο­κλεί­ει την “ο­πι­σθο­δρό­μη­ση”, α­πο­κλεί­ει εξ ί­σου και την “πρό­ο­δο”, δυ­να­μι­τί­ζο­ντας τον ί­διο τον θε­ω­ρη­τι­κό πυ­ρή­να του τε­χνο­λο­γι­κού μεσ­σια­νι­σμού. Αλ­λά ποιος σκο­τί­ζε­ται για τέ­τοια δε­δο­μέ­να;
Βε­βαί­ως, αν δεν υ­πήρ­χε πρό­ο­δος, δεν θα εί­χα­με με­τά­βαση α­πό τον κο­λε­κτι­βι­στι­κό στον α­το­μο­κε­ντρι­κό πο­λι­τι­σμό, α­πό τον Δού­λο στον Μι­σθω­τό. Ού­τε α­πό τον Μι­σθω­τό στον Φί­λο. Η μεσ­σια­νι­κή ελ­πί­δα παίρ­νει διάφο­ρες φα­ντα­στι­κές μορ­φές, μια α­πό τις ο­ποί­ες εί­ναι και η τε­χνο­λο­γι­κή. Παρα­πέ­μπει σε κά­τι ε­φι­κτό, το ο­ποί­ο δεν έ­χει ό­μως κα­μιά σχέ­ση με τις εν λό­γω μορ­φές. Η πρό­ο­δος εί­ναι δυ­να­τή, αλ­λά σε τε­λεί­ως άλ­λο ε­πί­πε­δο. Σύμ­φω­να με την τρια­δι­κή πα­ρά­δο­ση, α­πό την ο­ποί­α α­ντλού­με ε­δώ, η μό­νη πρό­ο­δος που μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει εί­ναι η αν­θρω­πο­λο­γι­κή: Δού­λος, Μι­σθω­τός, Φί­λος. Η πρό­ο­δος εί­ναι ι­δέ­α του Προ­σώ­που, την ο­ποί­α το Ά­το­μο και ο Δού­λος την προ­σαρ­μό­ζουν στο δι­κό τους φα­ντα­σια­κό, α­πο­μα­κρύ­νο­ντάς την α­πό το πραγ­μα­τι­κό της περιε­χό­με­νο. Ας δού­με πώς αυ­τό γί­νε­ται στην ε­βρα­ϊ­κή, την ελ­λη­νι­κή και τη νε­ωτε­ρι­κή πε­ρί­πτω­ση.

2. Ο ε­βρα­ϊ­κός ι­στο­ρι­κι­σμός

Ο ε­βρα­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός εί­ναι ο πιο ε­ξε­λιγ­μένος κο­λε­κτι­βι­στι­κός πο­λι­τι­σμός για­τί μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει και χω­ρίς πο­λι­τική ε­ξου­σια­στι­κή πυ­ρα­μί­δα. Του αρ­κεί η αυ­θε­ντί­α του Νό­μου. Η με­λέ­τη του κολε­κτι­βι­σμού αυ­τού θα βο­η­θού­σε πο­λύ την εξ α­ντι­δια­στο­λής κα­τα­νό­η­ση της ανθρω­πο­λο­γί­ας των α­το­μι­κι­στι­κών πο­λι­τι­σμών.
Στο κέ­ντρο της προ­σω­πι­κής και της συλ­λο­γι­κής ζω­ής του ιου­δαί­ου βρί­σκε­ται ο Νό­μος και κά­θε πτυ­χή της ρυθ­μί­ζε­ται α­πό τις δια­τάξεις του. Δεν έ­χου­με πα­ρά να τη­ρή­σου­με τις Ε­ντο­λές. Οι Ε­ντο­λές δεν εί­ναι μόνο Δέ­κα, αλ­λά ε­ξει­δι­κεύ­ο­νται σε α­να­ρίθ­μη­τες άλ­λες. Κι αν δη­μιουρ­γού­νται ασά­φειες υ­πάρ­χουν οι αρ­μό­διοι ερ­μη­νευ­τές, έ­τοι­μοι πά­ντο­τε για μια α­πε­ριόρι­στη ε­ξει­δί­κευ­ση της νο­μι­κής κα­ζου­ι­στι­κής (πε­ρι­πτω­σιο­λο­γί­ας). Ο πι­στός ιου­δαί­ος εί­ναι ο “Δού­λος του Νό­μου”. Πα­ρα­δό­ξως ό­μως ο άν­θρω­πος αυ­τός δεν έ­χει μια στα­τι­κή – κυ­κλι­κή α­ντί­λη­ψη του χρό­νου. Ο χρό­νος του εί­ναι ευθύ­γραμ­μος: έ­χει αρ­χή και α­να­με­νό­με­νο τέ­λος-σκο­πό. Εί­ναι χρό­νος ι­στο­ρι­κός. Με­τρά­ει α­πό “κτί­σε­ως κό­σμου”. Κα­τα­γρά­φει με σχο­λα­στι­κό­τη­τα τη διαδο­χή των γε­νε­ών, ση­μειώ­νει τα γε­γο­νό­τα που θε­ω­ρού­νται ση­μα­ντι­κά για τη συλλο­γι­κή ζω­ή και α­να­μέ­νει τον Βα­σι­λιά-Μεσ­σί­α, που θα κα­τα­στή­σει τον ε­βρα­ϊκό λα­ό κυ­ρί­αρ­χο των ε­θνών. Έ­χου­με έ­τσι σα­φώς μια α­ντί­λη­ψη προ­ό­δου. Αυ­τό όμως που “προ­ο­δεύ­ει” στον χρό­νο δεν εί­ναι ο με­μο­νω­μέ­νος-συ­γκε­κρι­μέ­νος άν­θρω­πος, αλ­λά ο ε­βρα­ϊ­κός Λα­ός, έ­να συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο. Η πρό­ο­δος θα κα­τα­λή­ξει σε μια α­πο­φα­σι­στι­κή αλ­λα­γή στις σχέ­σεις του με τα έ­θνη (κυ­ριαρχί­α επ’ αυ­τών). Δεν πα­ρα­πέ­μπει, ε­πο­μέ­νως, σε κά­ποια έν­νοια αν­θρω­πο­λο­γικής ε­ξε­λί­ξε­ως. Έ­χου­με έ­τσι, στην πε­ρί­πτω­ση των Ε­βραί­ων, έ­να κο­λε­κτι­βι­στικό έ­θνος, που έ­χει πε­τύ­χει τη συλ­λο­γι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­σή του, τη με­τα­τρο­πή του α­πό “έ­θνος καθ’ ε­αυ­τό” σε “έ­θνος για τον ε­αυ­τό του”, χω­ρίς να μπει κα­θό­λου στο στά­διο της αν­θρω­πο­λο­γι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης. Ο ε­βρα­ϊ­κός λα­ός γί­νε­ται έ­θνος α) χά­ρη στην α­πο­κλει­στι­κή-προ­νο­μια­κή σχέ­ση του με τον Έ­να Θεό του, β) χά­ρη στα κλη­ρο­νο­μι­κά του δι­καιώ­μα­τα α­πο­κλει­στι­κό­τη­τας πά­νω στη σχέ­ση αυ­τή, και γ) χά­ρη στην ε­σχα­το­λο­γι­κή (ι­στο­ρι­κή) προ­ο­πτι­κή-ο­λο­κλή­ρω­σή της.
Πρέ­πει να ση­μειώ­σου­με και την πα­ρα­δο­ξό­τη­τα του ε­βρα­ϊ­κού κο­λε­κτι­βι­σμού, για­τί έ­χει δύ­ο μεσ­σια­νι­κές πα­ρα­δό­σεις: την κυ­ρί­αρ­χη κο­λε­κτι­βι­στι­κή (περι­μέ­νει βα­σι­λιά-Μεσ­σί­α) και μια πε­ρι­θω­ρια­κή προ­σω­πο­κε­ντρι­κή, στο πε­ρι­βάλλον της ο­ποί­ας θα γεν­νη­θεί ο Ι­η­σούς Χρι­στός.

3. Ο αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κός βιο­κε­ντρι­σμός

Ο α­το­μι­κι­στι­κός ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός, α­ντι­θέτως, δεν έ­χει κα­μιά α­ντί­λη­ψη συλ­λο­γι­κής προ­ό­δου. Η συλ­λο­γι­κή ε­ξα­το­μί­κευση των Ελ­λή­νων σε έ­θνος δεν ο­φεί­λε­ται σε κά­ποιας μορ­φής μο­νο­θε­ϊ­σμό, ού­τε στην ε­γκα­θί­δρυ­ση κλη­ρο­νο­μι­κών δι­καιω­μά­των πά­νω σε μια πνευ­μα­τι­κή πα­ράδο­ση. Ο­φεί­λε­ται στην αν­θρω­πο­λο­γι­κή τους ε­ξα­το­μί­κευ­ση, που τους δια­φο­ρο­ποιεί τε­λεί­ως. Σε α­ντί­θε­ση με ό­λους τους άλ­λους που εί­ναι λα­οί υ­πη­κό­ων, οι Έλ­λη­νες εί­ναι έ­θνος ε­ταί­ρων (ε­λευ­θέ­ρων α­τό­μων).
Για τον ο­λυ­μπια­κό πο­λυ­θε­ϊ­σμό μπο­ρούν να γί­νουν διά­φο­ρες υ­πο­θέ­σεις. Ας σημειώ­σου­με δύ­ο: α) Εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα συ­γκα­τοί­κη­σης θε­ών που α­ντι­στοι­χούν ο κα­θέ­νας σε δια­φο­ρε­τι­κή ψη­φί­δα του φυ­λε­τι­κού μω­σα­ϊ­κού, που μι­λά τις διαλέ­κτους της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και παίρ­νει μέ­ρος στον Τρω­ι­κό Πό­λε­μο και αργό­τε­ρα στους Ο­λυ­μπια­κούς α­γώ­νες. β) Εί­ναι με­τα­φυ­σι­κή προ­βο­λή των πολ­λαπλών α­ντι­φα­τι­κών και α­πό δια­φο­ρε­τι­κές πλευ­ρές συ­ντε­λού­με­νων κρυ­σταλ­λώσε­ων-μορ­φο­ποι­ή­σε­ων της προ­ελ­λη­νι­κής ψυ­χής, κα­θώς αυ­τή βγαί­νει α­πό την κολε­κτι­βι­στι­κή α­μορ­φί­α και μπαί­νει στον δρό­μο της ελ­λη­νι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης. Ό­πως κι αν έ­χει το πράγ­μα, το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι οι κά­τοι­κοι του Ο­λύ­μπου εί­ναι Ά­το­μα. Η κοι­νό­τη­τά τους κά­θε άλ­λο πα­ρά κο­λε­κτι­βι­στι­κή εί­ναι. Η συλ­λογι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση, έ­να­ντι των άλ­λων λα­ών, προ­ερ­χό­με­νη α­πό την αν­θρω­πο­λογι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση, δεν χρειά­ζε­ται τη σχέ­ση με έ­ναν α­πο­κλει­στι­κό θε­ό για να συ­γκρο­τη­θεί, αν και βε­βαί­ως το πο­λυ­πρό­σω­πο της θε­ό­τη­τας συ­ντη­ρεί, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο Ζα­μπέ­λιος, τον το­πι­κι­σμό και, α­πό έ­να ση­μεί­ο και πέ­ρα, γί­νε­ται τρο­χο­πέ­δη, ό­χι μό­νο για την πε­ραι­τέ­ρω αν­θρω­πο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη και οι­κου­μενι­κή ε­ξά­πλω­ση του Ελ­λη­νι­σμού αλ­λά και για την ί­δια την πρό­ο­δο της ε­θνι­κής-κοι­νω­νι­κής συ­νά­φειας και συ­νο­χής του.
Δεν έ­χου­με στην ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση αί­σθη­ση του συλ­λο­γι­κού χρό­νου, ως ι­στο­ρι­κού χρό­νου. Ο ι­στο­ρι­κός χρό­νος εί­ναι ε­δώ κυ­κλι­κός, ό­πως και ο κο­σμι­κός χρό­νος. Η σύ­μπτω­ση ό­μως με τους πα­γα­νι­στι­κούς κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τισμούς, ως προς την α­νι­στο­ρι­κό­τη­τα, την κυ­κλι­κή α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο, εί­ναι α­πα­τη­λή, για­τί ο χρό­νος του α­το­μι­κού βί­ου δεν εί­ναι κα­θό­λου κυ­κλι­κός. Εμπε­ριέ­χει σα­φώς την έν­νοια της προ­ό­δου-προ­κο­πής, για­τί α­πο­σκο­πεί σε έ­να ανθρω­πο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο: αυ­τό του κα­λού και α­γα­θού αν­δρός, ο ο­ποί­ος συν­δυάζει αν­δρεί­α, φρό­νη­ση και σω­φρο­σύ­νη και εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κά δί­καιος. Ο χρό­νος του βί­ου διέ­πε­ται α­πό την ε­ξε­λι­κτι­κή-προ­ο­δευ­τι­κή ι­δέ­α της προ­κο­πής, ως καλλιέρ­γειας της α­ρε­τής, που κά­νει τον άν­θρω­πο υ­πεύ­θυ­νο πο­λί­τη: Ά­το­μο. Ε­ξε­λι­κτι­κή στο α­το­μι­κό ε­πί­πε­δο, η α­ντί­λη­ψη της προ­ό­δου έ­χει λοι­πόν ε­δώ σα­φώς αν­θρω­πο­λο­γι­κό πε­ριε­χό­με­νο και μά­λι­στα ε­ξα­το­μι­κευ­τι­κό, δια­μορ­φω­τικό α­το­μο­κε­ντρι­κής και ό­χι κο­λε­κτι­βι­στι­κής κοι­νω­νί­ας.
Ό­που στους κο­λε­κτι­βι­στι­κούς πο­λι­τι­σμούς της Α­να­το­λής, ό­πως π.χ. στον ιν­δου­ι­σμό και στον βου­δι­σμό, έ­χου­με α­ντί­λη­ψη α­το­μι­κής προ­κο­πής, αυ­τή έ­χει εξω­κοι­νω­νι­κή προ­ο­πτι­κή. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει ε­κεί να βελ­τιώ­νε­ται, για να έ­χει μια κα­λύ­τε­ρη με­τεμ­ψύ­χω­ση. Στό­χος της βου­δι­στι­κής α­το­μι­κής τε­λειο­ποί­ησης δεν εί­ναι η α­νά­πτυ­ξη της α­το­μι­κό­τη­τας αλ­λά η ε­ξά­λει­ψή της.

4. Ο τρισ­διά­στα­τος χρό­νος του Προ­σώ­που

Με τη με­τά­βα­ση του ελ­λη­νι­κού Α­τό­μου στο στά­διο του Προ­σώ­που έ­χου­με την εμ­φά­νι­ση μιας άλ­λης α­ντί­λη­ψης για τον χρό­νο, η οποί­α θα μπο­ρού­σε να προ­σεγ­γι­στεί α­πλου­στευ­τι­κά ως “σύν­θε­ση” ελ­λη­νικής και ε­βρα­ϊ­κής.
Λό­γω της πα­ρα­δο­χής α­το­μι­κής και συλ­λο­γι­κής ταυ­τό­τη­τας, η πρό­ο­δος εί­ναι και α­το­μι­κή και συλ­λο­γι­κή “ταυ­τό­χρο­να”. Προ­κό­βο­ντας το ά­το­μο, προ­κό­βει και η κοι­νό­τη­τα και α­ντι­στρό­φως. Ε­ντασ­σό­με­νη στην προ­ο­πτι­κή του Προ­σώπου, η ελ­λη­νι­κή α­ντί­λη­ψη για τον υ­παρ­ξια­κό (α­το­μι­κό) χρό­νο α­να­και­νί­ζε­ται, ενώ η α­ντί­λη­ψη για την κυ­κλι­κό­τη­τα του ι­στο­ρι­κού (συλ­λο­γι­κού) χρό­νου ε­γκατα­λεί­πε­ται και α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό κεί­νη του ε­σχα­το­λο­γι­κού ι­στο­ρι­κού (συλ­λο­γι­κού) χρό­νου, τις κα­τα­βο­λές της ο­ποί­ας τις βρί­σκου­με στην ε­βρα­ϊ­κή προ­φη­τι­κή πα­ρά­δο­ση. Η νέ­α α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο, η ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κή, εί­ναι η α­ντί­λη­ψη του Προ­σώ­που. Ε­λά­χι­στα ό­μως πράγ­μα­τα μπο­ρού­με να πού­με γι’ αυ­τήν, ε­πει­δή πε­ρι­λαμ­βά­νει την ε­μπει­ρί­α της “αιω­νιό­τη­τας”. Μι­λώντας με ό­ρους της α­το­μι­κι­στι­κής νο­η­τι­κής βαθ­μί­δας, θα α­πο­δί­δα­με τον χρόνο του Προ­σώ­που ως α­το­μι­κό και συλ­λο­γι­κό “συγ­χρό­νως”. Αλ­λά αυ­τό το “συγ­χρό­νως” πώς να γί­νει κα­τα­νο­η­τό; Αυ­τό που κα­θι­στά α­κα­τα­νό­η­το για το Άτο­μο τον προ­σω­πο­κε­ντρι­κό χρό­νο εί­ναι η ι­διό­τη­τά του να “ε­κρή­γνυ­ται” στην “αιω­νιό­τη­τα”, ή αλ­λιώς το γί­γνε­σθαι να “εκ­βάλ­λει” στο “εί­ναι”, κά­θε φο­ρά που το πα­ρόν “αγ­γί­ζει” τα “έ­σχα­τα”. Ο “ε­κρηγνυό­με­νος” σπει­ρο­ει­δής-κυ­λιν­δρο­ει­δής ι­στο­ρι­κός χρό­νος εί­ναι ε­σχα­τολο­γι­κός. Το τέ­λος-σκο­πός, η Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α και η συν­δε­δε­μέ­νη μ’ αυ­τήν γενι­κή Α­νά­στα­ση-α­να­καί­νι­ση του κό­σμου, δεν εί­ναι γε­γο­νός εν­δο­ϊ­στο­ρι­κό, ό­πως στην ε­βρα­ϊ­κή α­ντί­λη­ψη, αλ­λά “με­τα­ϊ­στο­ρι­κό”. Η “θέ­ω­ση”, ως “σημεί­ο το­μής” της προ­σω­πι­κής και της συλ­λο­γι­κής “θε­ώ­σε­ως”, το ο­ποί­ο επι­τυγ­χά­νε­ται κα­τά τη “Θεί­α Λει­τουρ­γί­α”, πα­ρα­μέ­νει α­πλώς “πρό­γευση των ε­σχά­των”. Η “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη” και “ο­ρι­στι­κή” θέ­ω­ση θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί ό­ταν έλ­θει το “πλή­ρω­μα του χρό­νου”. Ό­ταν θα έ­χει α­πο­πε­ρατω­θεί η πραγ­μα­το­ποί­η­ση του “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου”.
Προ­σπά­θη­σα να πα­ρου­σιά­σω στην Έ­κλει­ψη του Υ­πο­κει­μέ­νου μια ε­κλο­γικευ­μέ­νη δια­τύ­πω­ση του προ­σω­πο­κε­ντρι­κού χρό­νου, ως τρισ­διά­στα­του “σπειρο­ει­δούς-κυ­λιν­δρι­κού” συ­νε­χούς, αλ­λά, ε­νώ τυ­πι­κά μου φαί­νε­ται σω­στή, δεν νο­μί­ζω ό­τι βο­η­θά ι­διαί­τε­ρα στην κα­τα­νό­η­ση. Ου­σια­στι­κά, δεν ξέ­ρου­με πώς βιώ­νει και πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τον χρό­νο το Πρό­σω­πο. Ί­σως μπο­ρού­με να μαντέ­ψου­με τι ση­μαί­νει στε­ρε­ο­με­τρι­κός χρό­νος (α­το­μι­κός-συλ­λο­γι­κός “συγ­χρό­νως”), αν σκε­φθού­με α) ό­τι μι­λά­με για ταυ­τό­χρο­νη ε­ξέ­λι­ξη-προ­κο­πή και στο υ­παρ­ξια­κό και στο ι­στο­ρι­κό πε­δί­ο, β) ό­τι η “πη­γή της ρο­ής” του χρό­νου βρί­σκε­ται στο μέλ­λον και ό­χι στο πα­ρελ­θόν και γ) ό­τι το εί­δος της προ­σω­πι­κής ε­νέρ­γειας που την “πα­ρά­γει” εί­ναι η α­με­ρό­λη­πτη Α­γάπη. Με άλ­λα λό­για: εί­ναι ο χρό­νος του αν­θρώ­που, ο ο­ποί­ος α­γα­πά με τον τρό­πο που α­γα­πά ο τρια­δι­κός Θε­ός. Οι δια­τυ­πώ­σεις αυ­τές και πά­λι δεν λέ­νε πολ­λά πράγ­μα­τα. Υ­πο­θέ­του­με ό­τι η κα­τα­νό­η­ση εί­ναι δύ­σκο­λη ε­πει­δή ό­λα αυ­τά α­ντι­στοι­χούν σε ε­μπει­ρί­ες μιας αν­θρω­πο­λο­γι­κής βαθ­μί­δας και ε­νός πο­λι­τι­σμού ανώ­τε­ρου α­πό τον δι­κό μας.

5. Η νε­ω­τε­ρι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α

Η α­ντί­λη­ψη του νε­ω­τε­ρι­κού Α­τό­μου για τον χρόνο δεν εί­ναι ού­τε η α­ντί­λη­ψη του Προ­σώ­που ού­τε ε­κεί­νη της ελ­λη­νι­κής ε­ξα­τομί­κευ­σης. Ο νε­ω­τε­ρι­κός α­το­μι­κός χρό­νος έ­χει ε­ξε­λι­κτι­κή κα­τεύ­θυν­ση, αλ­λά α) δια­με­τρι­κά α­ντί­θε­τη α­πό την ελ­λη­νι­κή, ε­νώ β) ο συλ­λο­γι­κός χρό­νος γί­νε­ται α­ντι­λη­πτός ως ε­σχα­το­λο­γί­α ιου­δα­ϊ­κού τύ­που.
Οι φρα­γκο­τεύ­το­νες, πρό­γο­νοι του νε­ω­τε­ρι­κού Α­τό­μου, δεν ή­ταν σε θέ­ση να προ­σλά­βουν την ε­λλη­νι­κή χρι­στια­νι­κή α­ντί­λη­ψη για τον χρό­νο και τη με­τέ­τρεψαν σε ε­σχα­το­λο­γί­α ε­βρα­ϊ­κού τύ­που. Ε­πί πλέ­ον, με το μέλ­λον εί­χαν και ε­ξα­κολου­θούν να έ­χουν ει­δι­κό πρό­βλη­μα, που δεν μας παίρ­νει να το α­να­λύ­σου­με ε­δώ, έ­να πρό­βλη­μα που τους κά­νει ευά­λω­τους στον χι­λια­σμό. Στη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σία εί­δαν την έ­λευ­ση ε­νός ε­βρα­ϊ­κού Μεσ­σί­α, ο ο­ποί­ος θα ε­γκαι­νιά­σει έ­να στάδιο ι­στο­ρι­κό. Το α­νώ­τε­ρο βε­βαί­ως και τε­λευ­ταί­ο. Έ­τσι ό­ταν ο θρί­αμ­βος της εξα­το­μί­κευ­σης έ­φε­ρε την α­να­τρο­πή της κυ­ριαρ­χί­ας του κο­λε­κτι­βι­στι­κού χριστια­νι­σμού στη Δύ­ση, πέ­ρα­σαν, χω­ρίς κα­μιά ι­διαί­τε­ρη προ­σπά­θεια, στον κοινω­νι­κό ου­το­πι­σμό. Ο πα­ρά­δει­σος θα έλ­θει, α­να­πό­φευ­κτα, μέ­σω της τε­χνι­κής προ­ό­δου και της πο­λι­τι­κής. Αυ­τός εί­ναι η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, το βα­σί­λειο της Λογι­κής, η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη εκ­δο­χή της ε­σχα­το­λο­γι­κής χι­λιε­τί­ας. “Στη χριστια­νι­κή Δύ­ση οι ‘νε­ώ­τε­ροι χρό­νοι’ σή­μαι­ναν τους ε­πι­κεί­με­νους αιώ­νες του μέλ­λο­ντος που θα αρ­χί­σουν μό­νο με τη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α (…) Α­ντί­θε­τα, η κο­σμική έν­νοια της νε­ώ­τε­ρης ε­πο­χής εκ­φρά­ζει την πε­ποί­θη­ση ό­τι το μέλ­λον έ­χει ή­δη αρ­χί­σει.”1 Ε­μπε­δω­μέ­νη πο­λύ­πλευ­ρα, η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη αυ­τή ε­σχα­το­λο­γί­α θα με­τα­τρα­πεί α­πό τους Χέγκελ και Μαρ­ξ σε ε­πι­βλη­τι­κό ι­στο­ρι­κι­στι­κό με­γα­θή­ριο.
Στην ύ­παρ­ξη “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου” πί­στευαν και οι Έλ­λη­νες χρι­στια­νοί αλλά το θε­ω­ρού­σαν α­νε­ξι­χνί­α­στο. Πί­στευαν ό­τι το θε­ϊ­κό σχέ­διο δεν μπο­ρεί να συλ­λη­φθεί α­πό την αν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή. Πε­πει­σμέ­νοι ό­τι κά­θε προ­σπά­θεια “σύλ­λη­ψης” του “θε­ϊ­κού σχε­δί­ου” κα­τα­λή­γει σε α­νο­η­σί­α και σε βλά­σφημη α­πό­δο­ση του ι­στο­ρι­κού κα­κού στον Θε­ό, δεν α­σχο­λή­θη­καν με το θέ­μα. Δεν είχε ό­μως την ί­δια ε­πι­φυ­λα­κτι­κή α­ντί­λη­ψη η χρι­στια­νι­κή Δύ­ση, η ο­ποί­α σπούδα­ζε τη ratio σαν δρό­μο για τη γνώ­ση της “θεί­ας ου­σί­ας”: Αν ο Θε­ός εί­ναι Νους, τό­τε το σχέ­διό Του εί­ναι λο­γι­κό. Πε­ρί­πλο­κο μεν αλ­λά λο­γι­κό. Δη­λα­δή κατ’ αρ­χήν κα­τα­νο­ή­σι­μο και ά­ρα α­πει­κο­νί­σι­μο σε έ­να λο­γι­κό διά­γραμ­μα. Α­πό μια τέ­τοια βά­ση ξε­κί­νη­σαν στη Δύ­ση ό­λες οι προ­σπά­θειες να συλ­λη­φθεί η “κρυμ­μέ­νη λο­γι­κή της Ι­στο­ρί­ας” και να δια­τυ­πω­θεί ως θε­ω­ρί­α κοι­νω­νικής προ­ό­δου μέ­σα α­πό στά­δια. Έ­τσι δεν εί­ναι λί­γοι αυ­τοί που κα­τά και­ρούς έβα­λαν τον ε­αυ­τό τους στη θέ­ση του Θε­ού και πί­στε­ψαν ό­τι “συ­νέ­λα­βαν” τη σο­φί­α του, για να γί­νουν τε­λι­κώς “νού­με­ρο”. Κο­ρυ­φαί­οι α­νά­με­σά τους οι φι­λό­σο­φοι στους ο­ποί­ους και α­να­φερ­θή­κα­με. Με­τά το φιά­σκο του μαρ­ξι­στι­κού “ε­πι­στη­μο­νι­κού” προ­φη­τι­σμού δε­χό­μα­στε, ε­πί τέ­λους σή­με­ρα (: με­τα­μοντέρ­να θέ­ση), ό­τι η δυ­να­μι­κή της ι­στο­ρί­ας εί­ναι “χα­ο­τι­κή”, δη­λα­δή μη γραμ­μι­κή, μη α­πει­κο­νί­σι­μη με ό­ρους ντε­τερ­μι­νι­στι­κής λο­γι­κής και θε­ω­ρί­ας συ­στη­μά­των.
Η νε­ω­τε­ρι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α προσ­δί­δει, λοι­πόν, στον χρό­νο σα­φώς ε­ξε­λι­κτι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Τον νο­η­μα­τί­ζει ως διαρ­κή ε­μπλου­τι­σμό του συλ­λο­γι­κού, ως διαρ­κή αύ­ξη­ση της ι­κα­νό­τη­τάς του “να α­πα­ντά στις προ­κλή­σεις”. Ή πιο χα­ρα­κτηρι­στι­κά: να “λύ­νει τα προ­βλή­μα­τα”. Να “λύ­νει” την “α­ντί­θε­ση” α­νά­με­σα στον άν­θρω­πο και στη φύ­ση, α­πό την ο­ποί­α θε­ω­ρεί­ται ό­τι, σε “τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση”, πη­γά­ζουν ό­λες οι εν­δο­κοι­νω­νι­κές α­ντι­θέ­σεις (λο­γι­ζό­μενες και αυ­τές ως “προ­βλή­μα­τα”).
Η νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για τον συλ­λο­γι­κό χρό­νο εί­ναι, λοι­πόν, ε­βρα­ϊ­κή, διαφο­ρε­τι­κή α­πό την κυ­κλι­κή αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή και την τρισ­διά­στα­τη χρι­στια­νοελ­λη­νι­κή. Πα­ρο­μοί­ως, η νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για τον υ­παρ­ξια­κό (α­το­μι­κό) χρόνο δεν έ­χει κα­μιά σχέ­ση με την α­ντί­στοι­χη ελ­λη­νι­κή. Ε­στιά­ζε­ται στην α­νάπτυ­ξη του δια­νο­η­τι­κού μο­ρί­ου της προ­σω­πι­κό­τη­τας και πα­ρα­με­λεί τα υ­πό­λοιπα. Το πρό­βλη­μα της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας δεν εί­ναι να με­τα­πλά­σει τον ε­αυ­τό, ώ­στε να γί­νει κά­τι άλ­λο απ’ αυ­τό που εί­ναι: να μπο­ρεί π.χ., ό­πως το ελ­λη­νι­κό Ά­τομο, να κυ­ριαρ­χεί πά­νω στις α­πρό­σω­πες δυ­νά­μεις της κοι­νής μας φύ­σης, ώ­στε να λει­τουρ­γεί μέ­σα στην πό­λι του ως δί­καιος πο­λί­της, με φρό­νη­ση, πα­λη­κα­ριά και σω­φρο­σύ­νη. Ο δρό­μος που πή­ρε η νε­ω­τε­ρι­κή ε­ξα­το­μί­κευ­ση έ­χει την α­κρι­βώς α­ντί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση α­πό ε­κεί­νον της ελ­λη­νι­κής. Τα ε­πι­τεύγ­μα­τά της στο πε­δί­ο της “κα­λής αλ­λοί­ω­σης” του ε­αυ­τού, μέ­σω της α­ρε­τής, θε­ω­ρού­νται ά­χρη­στα και ά­νευ α­ξί­ας. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει ε­δώ να συμ­βι­βα­στεί με τη “φύση” του. Πρέ­πει να α­παλ­λα­γεί α­πό τα “με­τα­φυ­σι­κά” συ­στή­μα­τα που θέλουν να με­τα­μορ­φώ­σουν τα πά­θη, για­τί αυ­τά κα­τα­λή­γουν α­να­γκα­στι­κά στην ποινι­κο­ποί­η­ση της ε­πι­θυ­μί­ας. Ο άν­θρω­πος πρέ­πει να φτιά­ξει έ­τσι την κοι­νω­νί­α του, ώ­στε κά­θε ε­πι­θυ­μί­α να μπο­ρεί να ι­κα­νο­ποιεί­ται α­πρό­σκο­πτα, για­τί είναι εκ φύ­σε­ως κα­λός και δεν χρειά­ζε­ται “βελ­τί­ω­ση”. Η μό­νη βελ­τί­ω­ση και πρό­ο­δος, που νο­εί­ται στο ε­πί­πε­δο της νε­ω­τε­ρι­κής α­το­μι­κής ε­ξέ­λι­ξης, είναι αυ­τή α­κρι­βώς που έ­χει ως πε­ριε­χό­με­νο την α­παλ­λα­γή α­πό τις δή­θεν “βελτιώ­σεις” και τις πα­ρα­δό­σεις που τις υ­πο­στη­ρί­ζουν. Δε­κτή εί­ναι μό­νο η αγω­γή η ο­ποί­α α­πο­βλέ­πει στον θρυμ­μα­τι­σμό και στη διά­λυ­ση των α­πο­κρυ­σταλ­λω­μέ­νων αν­θρω­πο­λο­γι­κών “βελ­τιώ­σε­ων”, που έ­φε­ραν τον ε­αυ­τό σε α­ντί­θεση με τη φύ­ση του. Προ­κρί­νε­ται ρη­τά η α­γω­γή που θα φέ­ρει την “ε­ξυ­γί­αν­ση” των σχέ­σε­ων α­νά­με­σα στον άν­θρω­πο και τον ε­αυ­τό του. Το σλό­γκαν “να εί­σαι ο ε­αυ­τός σου” ε­δώ πα­ρα­πέ­μπει. Πρό­ο­δος στην α­το­μι­κή διά­στα­ση εί­ναι λοι­πόν τώ­ρα η κα­τε­δά­φι­ση ό­λων των δε­δο­μέ­νων, που πα­λιά θε­ω­ρού­νταν ως “ανθρω­πο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη”. Πρό­ο­δος εί­ναι η ε­πι­στρο­φή στη “φυ­σι­κό­τη­τα”. Στην και­νούρ­για αυ­τή βά­ση, της “φυ­σι­κό­τη­τας”, το Ά­το­μο πρέ­πει να προι­κι­στεί με ό­λη ε­κεί­νη την ε­τοι­μό­τη­τα λο­γι­κής και πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τας, που θα του ε­πι­τρέ­ψουν να βρί­σκει α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές λύ­σεις στα κοι­νω­νι­κά “προ­βλή­μα­τα”. Το θέ­μα εί­ναι να μά­θει, ο “φυ­σι­κο­ποι­η­μέ­νος” άν­θρωπος, να χρη­σι­μο­ποιεί τη λο­γι­κή και την πα­ρα­τή­ρη­ση με τέ­τοια τρό­πο, που να κάνουν τη ζω­ή του ά­νε­τη, ε­λεύ­θε­ρη και ευ­τυ­χή.
Α­πό τη στιγ­μή ό­μως που ο δυ­τι­κός άν­θρω­πος άρ­χι­σε να βλέ­πει τα πά­ντα σαν “προ­βλή­μα­τα” που πε­ρι­μέ­νουν τη λύ­ση τους, ο δρό­μος που ο­δη­γεί στην αλγο­ριθ­μι­κή σκέ­ψη και την ε­φαρ­μο­γή της για την κα­τα­σκευ­ή συ­στη­μά­των εί­χε α­νοί­ξει. Κά­θε “πρό­βλη­μα” βρί­σκει τον αλ­γό­ριθ­μό του και α­ντι­με­τω­πί­ζεται με την κα­τα­σκευ­ή του κα­τάλ­λη­λου μη­χα­νι­κού συ­στή­μα­τος. Έ­τσι φτιά­χτηκε η πο­λύ­πλο­κη κοι­νω­νί­α που ξέ­ρου­με, με τα γι­γά­ντια μη­χα­νι­κά συ­στή­μα­τα που κο­ντεύ­ουν να πνί­ξουν τη ζω­ή στον πλα­νή­τη. Το νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο εί­ναι μια φυ­σι­κή ε­πι­θυ­μη­τι­κή μο­νά­δα, που έ­χει α­νά­γκες, οι ο­ποί­ες ι­κα­νο­ποιού­νται α­πό συ­στή­μα­τα.
Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι η ε­ξέ­λι­ξη έ­χει πε­ριε­χό­με­νο μό­νο στο μέ­τρο που κα­τε­δα­φί­ζε­ται ο προ­η­γού­με­νος κο­λε­κτι­βι­στι­κός ε­αυ­τός και τα κοι­νω­νι­κά του “ε­ποι­κο­δο­μή­μα­τα”. Α­πό κει και πέ­ρα η ε­ξέ­λι­ξη είναι μό­νο κοι­νω­νι­κή. Ο υ­παρ­ξια­κός χρό­νος κε­νώ­νε­ται α­πό πε­ριε­χό­με­νο. Υ­πο­κα­θί­στα­ται πλή­ρως α­πό τον συλ­λο­γι­κό χρό­νο, ο ο­ποί­ος, κα­θώς γί­νε­ται χρό­νος μη­χα­νής, δεν παύ­ει να α­να­νε­ώ­νει, συ­νε­χώς και με αυ­ξα­νό­με­νη τα­χύ­τη­τα, τα μη­χα­νι­κά του πε­ριε­χό­με­να. Ο άν­θρω­πος α­πέ­κτη­σε α­το­μι­κό ρο­λό­ϊ, για να μετρά ό­μως τον συλ­λο­γι­κό και ό­χι τον α­το­μι­κό χρό­νο. Α­πό τη στιγ­μή που έ­χει κατα­να­λώ­σει το προ­νε­ω­τε­ρι­κό πα­ρελ­θόν του, το νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο φτά­νει στην κο­ρυ­φή της α­νο­δι­κής αν­θρω­πο­λο­γι­κής του ε­ξέ­λι­ξης. -Κο­ρυ­φή η ο­ποί­α συ­μπί­πτει με την κυ­ριαρ­χί­α του μο­ντερ­νι­σμού, με τη μη­χα­νο­ποί­η­ση (μη­δε­νι­σμό) των συλλο­γι­κών ταυ­το­τή­των. Α­πό τη στιγ­μή ό­μως αυ­τή αρ­χί­ζει και η έ­κλει­ψή του. Ο υ­παρ­ξια­κός χρό­νος ε­πι­κα­λύ­πτε­ται α­πό τον μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νο συλ­λο­γι­κό χρό­νο και παύ­ει να υ­φί­στα­ται. Η ε­πί­τευ­ξη της κα­τά­στα­σης αυ­τής εί­ναι και το βα­θύ­τε­ρο πε­ριε­χό­με­νο της λε­γό­με­νης “κοι­νω­νι­κής προ­ό­δου”.

6. Η στα­διο­ποί­η­ση της “Προ­ό­δου”

Η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ε­σχα­το­λο­γι­κή με­τα­φυ­σι­κή εκφέ­ρε­ται ως θε­ω­ρί­α ι­στο­ρι­κών στα­δί­ων. Για τον Μαρ­ξ, ο ο­ποί­ος “α­ντέ­στρε­ψε” τον Χέ­γκελ και α­να­βάθ­μι­σε τον ου­το­πι­κό σο­σια­λι­σμό σε “ε­πι­στη­μο­νικό”, η Ι­στο­ρί­α χω­ρί­ζε­ται σε δύ­ο με­γά­λα στά­δια: την προ­ϊ­στο­ρί­α ή “βα­σί­λειο της α­να­γκαιό­τη­τας” και την καθ’ ε­αυ­τού Ι­στο­ρί­α ή “βα­σί­λειο της ελευ­θε­ρί­ας” (α­τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α, κομ­μου­νι­σμός). Το δεύ­τε­ρο στά­διο, το ο­μόλο­γο της Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας, δεν άρ­χι­σε με τον Δια­φω­τι­σμό και τις α­στι­κές ε­πα­να­στά­σεις, ό­πως εί­χαν δια­κη­ρύ­ξει οι Δια­φω­τι­στές. Θα αρ­χί­σει, εξ ά­πα­ντος, με τη σο­σια­λι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση.
Αυ­τά ως προς την “καθ’ ε­αυ­τού” Ι­στο­ρί­α. Η “προ­ϊ­στο­ρί­α”, α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, χω­ρί­ζε­ται σε πέ­ντε υ­πο-στά­δια: πρωτό­γο­νη κοι­νω­νί­α, δου­λεί­α, φε­ου­δαρ­χί­α, κα­πι­τα­λι­σμός, δι­κτα­το­ρί­α του προ­λετα­ριά­του. Υ­πήρ­ξε βέ­βαια και ο “α­σια­τι­κός δε­σπο­τι­σμός”, που ο Μαρ­ξ τον ανα­κά­λυ­ψε πο­λύ αρ­γά, α­φού εί­χε ή­δη φτια­χτεί η βο­λι­κή θε­ω­ρί­α των “πέ­ντε στα­δί­ων” και ε­πί πλέ­ον αυ­τή εί­χε τύ­χει εν­θου­σιώ­δους υ­πο­δο­χής α­πό το “κί­νη­μα”. Έ­τσι η “α­νω­μα­λί­α” ε­ξο­στρα­κί­σθη­κε σιω­πη­ρά εκ μέ­ρους των θεω­ρη­τι­κών ε­πι­γό­νων, λό­γω και των ε­νο­χλη­τι­κών ο­μοιο­τή­των της με τον υ­παρκτό σο­σια­λι­σμό. Α­κο­λού­θως α­ντι­προ­τά­θη­καν στη μαρ­ξι­στι­κή στα­διο­ποί­η­ση της ι­στο­ρί­ας άλ­λες α­κό­μα πιο θε­τι­κι­στι­κές θε­ω­ρί­ες στα­δί­ων, ό­πως π.χ. αυ­τή του Ρο­στό­ου, για τα στά­δια της οι­κο­νο­μι­κής “α­νά­πτυ­ξης” ή η πιο ευ­φά­ντα­στη με­τα­μο­ντέρ­να θε­ω­ρί­α των “τριών κυ­μά­των” του Τό­φλερ: Α­γρο­τι­κοί πο­λι­τι­σμοί (πρώ­το κύ­μα), βιο­μη­χα­νι­κός πο­λι­τι­σμός (δεύ­τε­ρο κύ­μα), με­τα­βιομη­χα­νι­κός-πλη­ρο­φο­ρι­κός πο­λι­τι­σμός (τρί­το κύ­μα).
Συ­να­φής με κά­θε θε­ω­ρί­α στα­δί­ων εί­ναι η δια­μά­χη α­νά­με­σα σ’ ε­κεί­νους που θε­ω­ρούν “υ­πο­χρε­ω­τι­κά” τα στά­δια και σ’ κεί­νους που πι­στεύ­ουν στη δυ­να­τό­τη­τα της “υ­περ­πή­δη­σής” τους. Τέ­τοια ήταν η δια­μά­χη α­νά­με­σα στους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες, που έ­λε­γαν ό­τι για να πας στον σο­σια­λι­σμό πρέ­πει να πε­ρά­σεις πρώ­τα α­πό τον κα­πι­τα­λι­σμό, και στους κομμου­νι­στές που ι­σχυ­ρί­ζο­νταν ό­τι μπο­ρεί μια “προ­κα­πι­τα­λι­στι­κή” χώρα να πε­ρά­σει “κατ’ ευ­θεί­αν” στον σο­σια­λι­σμό, “υ­περ­πη­δώ­ντας” το κα­πι­τα­λι­στι­κό στά­διο. Για τη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος εί­χαν προ­τα­θεί μά­λι­στα και οι ει­δι­κό­τε­ρες θε­ω­ρί­ες της “διαρ­κούς” και της “α­διά­κο­πης” ε­πα­νά­στα­σης. Η υ­πεν­θύ­μη­σή τους μοιά­ζει σχο­λα­στι­κή, αλ­λά α­να­φέ­ρε­ται στο κε­ντρι­κό πρό­βλη­μα κά­θε θε­ω­ρί­ας ε­ξε­λι­κτι­κών στα­δί­ων. Υ­πεν­θυ­μί­ζου­με την ενδιά­με­ση α­πά­ντη­ση που έ­δω­σαν οι νε­ο­μαρ­ξι­στές. Αυ­τοί έ­γρα­ψαν ά­πει­ρους τόμους για να υ­πο­στη­ρί­ξουν ό­τι, ό­σο κι αν προ­σπα­θή­σουν, οι χώ­ρες της “περι­φέ­ρειας” δεν μπο­ρούν να “φτά­σουν” τις χώ­ρες του “κέ­ντρου”. Δεν εί­ναι ό­τι δεν μπο­ρούν να μπουν στο κα­πι­τα­λι­στι­κό στά­διο. Α­πλώς ο κα­πιτα­λι­σμός που μπο­ρούν να οι­κο­δο­μή­σουν εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κός: ε­ξαρ­τη­μέ­νος, υπα­νά­πτυ­κτος, δο­ρυ­φο­ρι­κός. Το χά­σμα θα πα­ρα­μέ­νει α­διά­βα­το. Το πο­λύ – πο­λύ να έ­χου­με “α­νά­πτυ­ξη της υ­πα­νά­πτυ­ξης”. Αυ­τό ή­ταν και το βα­σι­κό τους επι­χεί­ρη­μα ε­να­ντί­ον της “αυ­τα­πά­της του εκ­συγ­χρο­νι­σμού”. Αλ­λά εις μά­την. Εί­ναι α­πί­στευ­το πό­σο δια­πο­τί­ζει τις α­ντι­λή­ψεις μας η νε­ω­τε­ρι­κή α­νά­γκη για στα­διο­ποί­η­ση του ι­στο­ρι­κού χρό­νου. Τι θα έ­με­νε π.χ. α­πό την α­ντί­λη­ψή μας πε­ρί “εκ­συγ­χρο­νι­σμού” αν παύ­α­με να πι­στεύ­ου­με στα “στά­δια”; Υπο­τί­θε­ται ό­τι δια­φο­ρε­τι­κοί ι­στο­ρι­κοί χρό­νοι συ­νυ­πάρ­χουν την “ί­δια στιγ­μή”. Ε­νώ ε­γώ π.χ. βρί­σκο­μαι στο πα­ρόν (εί­μαι “σύγ­χρο­νος”), ε­σύ μπο­ρεί να βρί­σκε­σαι στο πα­ρελ­θόν, να εί­σαι “κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος” και “α­να­χρονι­στι­κός”. Στο ι­στο­ρι­κό “πα­ρόν” βρί­σκε­ται πριν απ’ ό­λα η Α­με­ρι­κή και α­κο­λου­θούν η Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη και η Ια­πω­νί­α. Έ­πο­νται κα­τό­πιν, α­σθμαί­νοντες, ό­λοι οι άλ­λοι, με διά­φο­ρους βαθ­μούς με­το­χής στο “πα­ρόν”. Ως κριτή­ριο για την κα­τά­τα­ξη των ε­θνών στη γραμ­μι­κή ι­στο­ρι­κι­στι­κή κλί­μα­κα χρησι­μο­ποιεί­ται, χω­ρίς να δη­λώ­νε­ται, η συ­ναρ­τη­μέ­νη με την τε­χνο­λο­γί­α δια­βάθμι­ση της η­γε­μο­νι­κής ι­σχύ­ος. Αυ­τή εί­ναι τε­λι­κώς το α­λη­θι­νό μέ­τρο του “εκσυγ­χρο­νι­σμού”.
Αλ­λά ας ε­πα­νέλ­θου­με στο ι­στο­ρι­κι­στι­κό πρό­ταγ­μα. Υ­πάρ­χει ο ο­μο­γε­νο­ποι­ημέ­νος ι­στο­ρι­κός χρο­νο-χώ­ρος της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας. Εί­ναι ο σύγ­χρο­νος δυ­τι­κός πο­λι­τι­σμός, που έ­χει γί­νει “πα­γκό­σμιος”. Λέ­γε­ται νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα, λόγω της κα­τα­στα­τι­κής α­ντι­πα­ρα­δο­σια­κό­τη­τάς του και της ει­δι­κής σω­τη­ριολο­γι­κής α­ξί­ας που προ­σλαμ­βά­νει το “νέ­ο” στη γραμ­μι­κή-ε­ξε­λι­κτι­κή α­ντίλη­ψη του νε­ω­τε­ρι­κού αν­θρώ­που για τον ι­στο­ρι­κό χρό­νο. Α­να­γνω­ρί­ζει το “πριν” α­πό τον ε­αυ­τό του σαν “προ­ϊ­στο­ρί­α” της καθ’ ε­αυ­τού ι­στο­ρί­ας, που εί­ναι το δι­κό του πα­ρόν. Ε­πει­δή ό­μως νευ­ρω­τι­κά θέ­λει να “κα­τέ­χει” το μέλ­λον, η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν μπο­ρεί να α­να­γνω­ρί­σει ό­τι εί­ναι εν­δε­χό­μενο να υ­πάρ­ξει ι­στο­ρι­κό στά­διο και “με­τά” απ’ αυ­τήν. Γι’ αυ­τό νο­μι­μοποιεί­ται ο Φου­κου­γιά­μα να κη­ρύσ­σει ή­δη πα­ρόν το “τέ­λος της Ι­στο­ρί­ας”. Το μέλ­λον εί­ναι προ­λη­πτι­κά α­ποι­κι­σμέ­νο α­πό τη νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Ε­πο­μέ­νως: αφού η νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν έ­χει πλέ­ον έ­δα­φος πε­ραι­τέ­ρω ε­πέ­κτα­σης, α­φού έ­χει ε­πι­βλη­θεί σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα και πρα­κτι­κά δεν έ­χει βιώ­σι­μους ε­χθρούς, α­φού η δη­μο­κρα­τί­α και η ε­λεύ­θε­ρη α­γο­ρά έ­χουν ε­πι­κρα­τή­σει, κα­τά την προ­εξο­φλη­τι­κή δια­πί­στω­ση του Φου­κου­γιά­μα,2  η ι­στο­ρί­α έ­χει “τε­λειώ­σει”. Ο Σκο­πός-Τέ­λος της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας έ­χει ε­πι­τευ­χθεί-ο­λο­κλη­ρω­θεί. Βέ­βαια το “τέλος” εί­ναι στη νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη εν­δο­ϊ­στο­ρι­κό και ό­χι με­τα­ϊ­στο­ρι­κό, ό­πως στην ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κή α­ντί­λη­ψη. Κι α­πό δω πη­γά­ζουν του κό­σμου τα προ­βλή­μα­τα. Πά­ντως, ε­πί νε­ω­τε­ρι­κού ε­πι­πέ­δου, το θε­ώ­ρη­μα του Φου­κου­γιά­μα είναι α­κα­τα­μά­χη­το, για­τί ο­λό­κλη­ρη η σκέ­ψη του 19ου και του 20ού αιώ­να κινεί­ται στο σχή­μα του “τέ­λους”. Το σχή­μα αυ­τό δεν μπο­ρεί να αμ­φι­σβη­τη­θεί ού­τε α­πό τον “ύ­στε­ρο” μαρ­ξι­σμό (σχο­λή Φραν­κφούρ­της, σχο­λή Φου­κώ-Ντερι­ντά, “α­δύ­να­μη σκέ­ψη”, θε­ω­ρη­τι­κοί του “τέ­λους των με­γά­λων α­φη­γή­σεων”).3 Ο Φου­κου­γιά­μα εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο καί­ριος απ’ ό,τι φα­ντά­ζε­ται λέ­γοντας ό­τι: “Το τέ­λος της ι­στο­ρί­ας εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση των δια­δι­κα­σιών εξα­το­μί­κευ­σης, της ο­ποί­ας προ­σφο­ρό­τε­ρη μορ­φή α­πο­τε­λεί ο φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός”. Η νε­ω­τε­ρι­κή δια­νό­η­ση α­δυ­να­τεί να υ­περ­βεί τη θέ­ση του “τέ­λους”, για­τί βλέ­πει το Ά­το­μο σαν την κο­ρυ­φή της αν­θρω­πολο­γι­κής ε­ξέ­λι­ξης.
Θα κλεί­σου­με την ε­πι­σκό­πη­σή μας με την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι, στη νε­ω­τε­ρι­κή α­ντί­λη­ψη για την ε­ξέ­λι­ξη, δεν υ­πάρ­χει κα­θό­λου η έν­νοια της υ­πο­στρο­φής. Η ε­ξέ­λι­ξη εί­ναι πά­ντο­τε “προ­ο­δευ­τι­κή”. Στην ελ­λη­νι­κή συ­νεί­δηση, α­ντί­θε­τα, η διαρ­κής πα­ρου­σί­α των α­ντι­νο­μιών Χά­ους-Κό­σμου, Α­κτί­στου-Κτι­στού, Προ­σώ­που-Ου­σί­ας, κα­θι­στούν την “προ­ο­δευ­τι­κή” ι­δέ­α του­λά­χι­στον α­φε­λή. Στην τρί­βαθ­μη αν­θρω­πο­λο­γι­κή κλί­μα­κα (Δού­λος-Ά­το­μο-Πρό­σω­πο) τα πράγ­μα­τα εί­ναι πο­λύ σύν­θε­τα αλ­λά και σα­φέ­στε­ρα: υ­πάρ­χει νό­μος προ­ό­δου αλ­λά συγ­χρό­νως και νό­μος υ­πο­στρο­φής. Η ε­ξέ­λι­ξη και η πτώ­ση δεν εί­ναι αυ­τό­μα­τη ή τυ­χαί­α, αλ­λά προ­ϊ­όν ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γής. Αλ­λά, αν υ­πάρ­χει αν­θρω­πο­λογι­κή υ­πο­στρο­φή, τι συμ­βαί­νει στο νε­ω­τε­ρι­κό Ά­το­μο ό­ταν κα­ταρ­ρεύ­σει μέ­σα του ο τε­χνο­λο­γι­κός μεσ­σια­νι­σμός και η πί­στη στην Πρό­ο­δο; Τι ε­πι­πτώ­σεις έχει πά­νω στην “ταύ­τι­ση” του αν­θρω­πο-α­νταλ­λα­κτι­κού με τον συ­στη­μι­κό του “ρό­λο” το “κε­νό νο­ή­μα­τος” που δη­μιουρ­γεί­ται; Αλ­λά αυ­τά εί­ναι αντι­κεί­με­νο μιας άλ­λης συ­ζή­τη­σης.


Εγγραφή στο ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ μέσω Email

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

1. Οι ενυπόγραφες αναρτήσεις (άρθρα, ομιλίες, κριτικές βιβλίων, επιφυλλίδες, δοκίμια, μελετήματα κλπ) που φιλοξενούνται ή αναδημοσιεύονται στο ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν κατά κύριο λόγο τους συγγραφείς τους και όχι απαραίτητα το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ".

2. Τα σχόλια των αναγνωστών του ιστολογίου "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ" εκφράζουν τους ίδιους προσωπικά και όχι το ιστολόγιο "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ". Σχόλια άσχετα με το περιεχόμενο των αναρτήσεων δεν θα δημοσιεύονται.

3. Υπάρχουν στο ιστολόγιο μας πολλές προτάσεις (σύνδεσμοι, links) προς άλλους δικτυακούς τόπους (sites, blogs κλπ). Το ιστολόγιο μας δε φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενο των αναρτήσεων ή των σχολίων που γίνονται εκεί.

ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΤΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΗ WORDPRESS

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Αρχείο

Αξίζει να διαβάσετε

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
Περίπλους στην ορθόδοξη πνευματικότητα

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Ιερός Ναός Αγίου Διονυσίου Αχαρνών

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan
台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan: ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

Ορθόδοξα ιστολόγια

ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Home of the Greek Bible

ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΑΣ ΖΩΝΗΣ

ΟΟΔΕ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ